Μίμης Ζώης

 

του Πέτρου Α. Τσώνη

 

Κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο αγαπημένος φίλος και ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος με προτρέπει: “Να πας να βρεις και να γνωρίσεις τον Μίμη Ζώη, να δεις και να γνωρίσεις ένα Νησί που δε βάζεις στο νου σου”. Τον άκουσα τον Γιώργο και πήγα και βρήκα τον Μίμη, που με δέχθηκε με πολλή αγάπη και γνώρισα κοντά του πρόσωπα και πράγματα. Κατ’ αρχάς ανθρώπους όπως τον Γιάννη Πριστούρη, τον Δημήτρη Ζέπο, τον Γιώργο Κομποχόλη, τον……… Μανιατογιάννη (πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;), αλλά και καταστάσεις, όπως τη θρυλική παρέα, την “Καρδιοζόλ”, με τον Μένη να απαγγέλει στιχάκια σατιρίζοντας πρόσωπα και ανθρώπους, το Καφενείο του Κάβουρα και τον Τσίρμπα.

Δέσαμε με τον Μίμη, αυτός με τις φωτογραφίες του, εγώ με τα ρεπορτάζ, οργώσαμε τη Μεσσηνία, βουνά και θάλασσες, για να καταγράψουμε πρόσωπα, καταστάσεις, έθιμα και αγροτικές εργασίες, πανηγύρια στον Ταΰγετο, παραδοσιακό αλώνισμα με άλογο στο Καρνάσι, γουρνοσφαξιές στο Σιδηρόκαστρο και πολλά ακόμα.

Τί να πρωτοθυμηθώ, τα Κύθηρα και τις φωτογραφικές συναντήσεις στα τέλη κάθε Σεπτεμβρίου, εκεί που γνωρίσαμε σπουδαίους ανθρώπους της φωτογραφίας αλλά και αγαπήσαμε ντόπιους φίλους, όπως τον Δημήτρη και τον Θοδωρή, που και αυτός έφυγε πρόωρα; Τη γιορτή του Ασώτου με τον προεξέχοντα τον απόντα πια Πανάρετο; Τα γλέντια στην Ελαία με τη Γωγώ που συμπλήρωσε την παρέα μας, η οποία κατά καιρούς διευρυνόταν με νέα πρόσωπα;

Τα τελευταία χρόνια η υγεία του Μίμη επιβαρύνθηκε από διάφορους παράγοντες, όμως ποτέ δεν το έβαλε κάτω, δε βαρυγκωμούσε, δε διαμαρτυρήθηκε. Μπορεί τα ξεφαντώματα να αποτελούσαν παρελθόν, όμως ο Μίμης δεν το έβαλε κάτω. Η φωτογραφία εξακολουθούσε να είναι η μεγάλη του αγάπη. Τελευταία άρχισε να φωτογραφίζει φίλους του με σκοπό την πραγματοποίηση μιας μεγάλης έκθεσης «Εβδομαδιαίας φωτογραφίας». Δεν πρόκανε, έφυγε νωρίς, όμως πρόλαβε το προηγούμενο βράδυ να περάσει “χρυσά”, όπως του άρεσε να λέει, χορεύοντας το αγαπημένο του ζεϊμπέκικο “Τα νιάτα τα μπερμπάτικα”.

Τον Μίμη δε θα το ξεχάσουμε και ελπίζουμε σύντομα ο Ορέστης, η Ρίτα, ο Νίκος να ετοιμάσουν την έκθεση και ο Μαρκόπουλος να γράψει, όπως του είχε υποσχεθεί, το κείμενο του προγράμματος.

Ψάχνοντας στο αρχείο μου τα θέματα που είχαμε κάνει μαζί, στάθηκα σε ένα από αυτά, ένα τσιγγάνικο γάμο που ζήσαμε μαζί. Το αναδημοσιεύω στη μνήμη του:

 

Μια μολυβιά που σβήνει…

 

 

⇑ Το εξώφυλλο, με την υπέροχη φωτο του Μίμη

 

του Πέτρου Α. Τσώνη

φωτό: Μίμης Ζώης

 

Προκαταβολικά ομολογώ πως ήταν μία από τις καλύτερες νύχτες της ζωής μου. Είχα ακούσει για τσιγγάνικα γλέντια, αυτό όμως που έζησα εκείνο το βράδυ στο γήπεδο του Άρι, συντροφιά με τον καλό μου φίλο και εκτελούντα χρέη φωτογράφου, Μίμη Ζώη, ξεπέρασε κάθε προσδοκία.

Ακάλεστοι ξεκινήσαμε με το Μίμη για τον Άρι λίγο πριν σουρουπώσει και φθάνοντας στο γήπεδο οι προετοιμασίες είχαν ήδη ξεκινήσει. Το σκηνικό ίδιο μεσσηνιακού πανηγυριού, με την ορχήστρα πάνω στο αυτοσχέδιο πάλκο (καρότσα φορτηγού, στολισμένη με κιλίμια και χαλιά) και τους μουσικούς να κουρντίζουν τα όργανά τους και να δοκιμάζουν τον ήχο.

Η είσοδος των “μπαλαμών” στο τσιγγάνικο σκηνικό έφερε μια μικρή αναστάτωση και απορίες, ποιοι είμαστε και τι ζητάμε, ενώ τα μικρά τσιγγανάκια που είχαν αντιληφθεί το Μίμη να φωτογραφίζει, έπεσαν πάνω του, “και μένα, μπάρμπα, και μένα, μπάρμπα”.

Οι άνθρωποι ευγενέστατοι, αφού έμαθαν το λόγο της παρουσίας μας, μας προσκάλεσαν να περάσουμε μαζί τους το βράδυ.

Να ’σου και ο κουμπάρος με τη φαμίλια του, ο παλιός ποδοσφαιριστής της “Μαύρης Θύελλας”, Λάκης Σπάλας, και τα πράγματα αμέσως γίνονται πιο εύκολα για μας.

Να βρούμε τη νύφη και το γαμπρό να τους φωτογραφίσουμε με τα καλά τους, αφού στην εκκλησία δεν προλάβαμε να πάμε. Η βοήθεια του κουμπάρου ήταν καταλυτική. Φθάνουμε στο σπίτι τους, μας υποδέχονται με μεγάλη χαρά, ο Μίμης προσπαθεί να τους στήσει για τη φωτογράφιση και εγώ να έχω απορροφηθεί στην παρατήρηση του σκηνικού. Βάζα, γυαλικά, μπιμπελό, χαλιά, κουβέρτες, όλα άριστα ταξινομημένα στο μεγάλο οντά του σπιτιού και στη μέση ο γαμπρός και η νύφη, συνεσταλμένος ο 18χρονος Νίκος, πιο άνετη η 16χρονη Χρυσοβαλάντω.

Μόνιμος κάτοικος του Άρι ο Νίκος, μέλος μεγάλης τσιγγάνικης οικογένειας, από τον Ασπρόπυργο η Χρυσοβαλάντω με καταγωγή η μητέρα της από τον Άρι.

Επιστροφή στο γήπεδο που έχει κατακλυσθεί από οικογένειες τσιγγάνων απ’ όλη την Ελλάδα αλλά και από Αρίτες.

Στο μικρόφωνο ο Σπύρος, ένας καταπληκτικός συντονιστής που μιλά τη γλώσσα του, αλλά και μεταφράζει στα ελληνικά, καλεί μία μία οικογένεια για χορό. Απόλυτη τάξη και σεβασμός με την τσιγγάνικη ορχήστρα να παίζει τις παραγγελίες και η χαρτούρα αρχίζει.

Τρία-τέσσερα τσιγγανάκια μαζεύουν τα ευρώ και τα τοποθετούν σε μια μεγάλη τσάντα που βρίσκεται κάτω από το πάλκο.

Το σουξέ: “ Η μολυβιά” του αείμνηστου Μανώλη Αγγελόπουλου, που παίχθηκε μέχρι το πρωί εκατοντάδες φορές.

Στο μεταξύ έχει αρχίσει το φαγοπότι και το γλέντι σιγά σιγά ανάβει.

Με το πέρας του χορού όλων των τσιγγάνικων οικογενειών, να ‘σου η νύφη με το γαμπρό για το δικό τους χορό.

Κάθομαι δίπλα στο νεαρό ζευγάρι και παρατηρώ μια μικρή αμηχανία στο γαμπρό, προσπαθώ να πιάσω κουβέντα μαζί του αλλά οι απαντήσεις του μονολεκτικές. Ο Μίμης που σαν Νησιώτης έχει συμβιώσει με τσιγγάνικες οικογένειες, μου σκάει το μυστικό: “Ο μικρός πρέπει σε λίγο να φύγει για την πρώτη νύχτα του γάμου και είναι λίγο μουδιασμένος”.

Ο Μίμης έρχεται δίπλα του και προσπαθεί να τον εμψυχώσει, μάλλον τα καταφέρνει. Το ζευγάρι φεύγει, το γλέντι συνεχίζεται και η ορχήστρα σταματά. Ήρθε η ώρα των δώρων, η κάθε οικογένεια ανεβαίνει στο πάλκο και από μικροφώνου ανακοινώνει την προσφορά: Τόσα ευρώ για το αγόρι (τσαβό), τόσα για το κορίτσι (τσάι). Ένα αρκετά σεβαστό ποσό θα βοηθήσει τα παιδιά στα πρώτα τους βήματα.

Η ορχήστρα αναλαμβάνει και πάλι δράση, το οινόπνευμα έχει ανεβάσει στις παρέες το κέφι. “Μια μολυβιά που σβήνει…”.

Και ξαφνικά ένας χαμός, μια απερίγραπτη κατάσταση. Το πλήθος αλαλάζει, η ορχήστρα ακολουθεί την ιεροτελεστία, ήρθε το σεντόνι. Νεαροί το κρατούν και το επιδεικνύουν δεξιά και αριστερά. Το αίμα της νεαρής τσιγγανοπούλας στο λευκό σεντόνι, απόδειξη της αγνότητας, περνάει από όλες τις παρέες και το σμάρι των ανθρώπων και καταλήγει στην πίστα για ένα χορό παράξενο, έναν χορό Διονυσιακό.

Στο μεταξύ βγαίνουν και “κούτσουρα” για τις παραδοσιακές κουμπουριές.

Ο χορός του σεντονιού κρατάει για αρκετή ώρα, η κόπωση εμφανής και ξαφνικά ηρεμία.

Ε, αυτό ήταν, σιγά σιγά αρχίζει η αποχώρηση, θα μείνουν βεβαίως κάποιοι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, η ορχήστρα πιο χαλαρά συνεχίζει “Μια μολυβιά που σβήνει…”.

Προλογίζοντας ομολόγησα ότι πέρασα μία από τις καλύτερες νύχτες της ζωής μου, ελπίζω να μετέφερα και σε σας το κλίμα αυτής της νύχτας.

 

 

Μνήμη του σπουδαίου φίλου που έφυγε νωρίς

 

 

του Θανάση Παντέ

 

Καθώς περνάει ο καιρός και η χρονική απόσταση απαλύνει τη θλίψη για την απώλεια του φίλτατου Μίμη Ζώη, προσπαθώ να βάλω σε μία σειρά τις σκέψεις μου, με αφορμή την πολυετή γνωριμία μαζί του.

Στην προσπάθεια αυτή η μνήμη είναι ο καλύτερος σύμμαχος, ιδιαίτερα όταν λειτουργεί καθοριστικά και έχει συσσωρεύσει πληθώρα εικόνων.

Με τις εικόνες ο Μίμης είχε σχέση ζωής ως ασχολούμενος με την τέχνη της φωτογραφίας, αλλά και όταν μιλούσε, θα έλεγες πως εικονοποιούσε τις σκέψεις του, καθώς διάλεγε προσεκτικά τις λέξεις που χρησιμοποιούσε θέλοντας να εκφράσει αυτά που σκεφτόταν.

Συχνά διαφωνούσαμε, αλλά χάρη στη διαλλακτικότητα που τον χαρακτήριζε, γρήγορα βρίσκαμε κοινό τόπο να συμφωνήσουμε, συνεχίζοντας τις συζητήσεις μας, που εκτείνονταν σε μια ευρύτατη θεματολογία, αφού ο Μίμης ενδιαφερόταν για οτιδήποτε συνέβαινε γύρω του και άγγιζε την ευαισθησία του.

Αφορμή της γνωριμίας μας η συνύπαρξή μας σε αυτό το περιοδικό, το Flash της Μεσσηνίας, όπου ο Μίμης επί σειρά ετών κοσμούσε με τις φωτογραφικές του δημιουργίες τις σελίδες του.

Φωτογραφίες που κέρδιζαν εξ αρχής την προσοχή του βλέμματος με την ποιητική τους αύρα, που ήταν αποτέλεσμα της αισθαντικότητας που ο ίδιος είχε ως δημιουργός.

Φωτογράφος ο Μίμης στον ελεύθερο χρόνο του, αλλά όχι ένας συνηθισμένος φωτογράφος που μόνο τριγυρίζει με τη φωτογραφική του μηχανή και “κλικάρει” ό,τι βρεθεί μπροστά του. Τέτοιος φωτογράφος δεν ήταν ο Μίμης, αν και όταν ήθελε γινόταν.

Εκείνο που ενδιέφερε τον Μίμη και αυτό που τον διέκρινε τελικά, ήταν το βλέμμα πάνω σε οτιδήποτε του προκαλούσε την προσοχή. Γι’ αυτό και όχι σπάνια τον έβλεπες να τριγυρίζει χωρίς φωτογραφική μηχανή στα χέρια και να αφιερώνει την προσοχή του σε ό,τι προκαλούσε το ενδιαφέρον του.

Ο Μίμης Ζώης υπήρξε καλλιτέχνης με τη γενικότερη στάση του μέσα στην τέχνη της φωτογραφίας, αλλά ποτέ δε νοιάστηκε να προβληθεί, όπως κάθε πραγματικός καλλιτέχνης.

Άλλωστε, δεν είχε ανάγκη προβολής, όχι μόνο γιατί η φωτογραφική του τέχνη μιλούσε από μόνη της, αλλά κυρίως λόγω ιδιοσυγκρασίας.

Χαμηλών τόνων ο Μίμης και δοτικός φίλος με όσους γίνονταν φίλοι του, μοιραζόταν  μαζί τους σκέψεις για την τέχνη και τη ζωή, πάντα γενναιόδωρα και χωρίς καθόλου δήθεν συμπεριφορά.

Πολλές φορές οι φωτογραφίες του στάθηκαν πηγή έμπνευσης όλα αυτά τα χρόνια και με ιδιαίτερη χαρά δέχτηκα να μιλήσω μαζί με τον Δημήτρη Ζέρβα σε μια έκθεση φωτογραφιών που είχε κάνει “στο κύμα”, ύστερα από πρόταση του Ανδρέα Ζαγάκου.

Εκεί βρίσκονται έκτοτε και οι εξαιρετικές του φωτογραφίες στην παραλία της Καλαμάτας, όπου πρωταγωνιστής ήταν ο αείμνηστος προ πολλού Γιώργος Τσαγκάρης και δικές του οι ποιητικές λεζάντες που τις πλαισίωναν.

Ο πάντα δημιουργικός ανήσυχος Μίμης είχε και το δικό του στέκι στη γενέτειρά του Μεσσήνη, την “Έβδομη Συμφωνία”, όπως λεγόταν, χρωστώντας την ονομασία στην ομώνυμη ποιητική συλλογή του σπουδαίου Νησιώτη ποιητή και προσωπικού φίλου του Μίμη, του Γιώργου Μαρκόπουλου, ο οποίος και έχει στα βιβλία του τις φωτογραφίες- πορτρέτα που ο Μίμης έχει βγάλει για χάρη του.

Σε αυτό το χώρο, λοιπόν, την “Έβδομη Συμφωνία”, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία του Μίμη πολλές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, όπως για τη Φρίντα Λιάππα και τον Ηλία Τσιμπλή. Εκεί παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τα ποιήματα της Ελένης Κοφτερού. Και βέβαια, αμέτρητες άλλες δραστηριότητες έγιναν στο χώρο αυτό, όπως ποιητικές και μουσικές βραδιές, εκθέσεις εικαστικών και συζητήσεις, μέχρι  να κλείσει ο κύκλος λειτουργίας του και ο Μίμης να αποχωρήσει από αυτόν.

Τον τελευταίο καιρό είχε στα σκαριά ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα, μια σειρά φωτογραφικών πορτρέτων φίλων του, τους οποίους από χρόνια απαθανάτιζε. Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει αυτή τη σειρά που ήθελε να παρουσιάσει σε μια έκθεση κάποια στιγμή και πλέον έμεινε στους φίλους του και τους πολύ δικούς του ανθρώπους το χρέος αυτό.

Θα είναι κι αυτός ένας τρόπος να υπάρχει στη μνήμη μας και να θυμόμαστε πόσο αξιόλογος υπήρξε. Όσο για τις φωτογραφίες αυτές, είναι σίγουρο πως θα είναι μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη εκ μέρους του. Η τελευταία και ίσως γι’ αυτό η πιο σημαντική.

Καλό δρόμο στην αιωνιότητα, φίλε Δημήτρη- Μίμη Ζώη! Μας κληροδότησες εξαίσια δείγματα ευαισθησίας με το έργο που δημιούργησες και μαζί έναν ακόμα τρόπο ποιητικό να αγαπάμε τον υπέροχο αυτό τόπο της Μεσσηνίας που αξιωθήκαμε να ζούμε.

 

Για τον Μίμη Ζώη, με σεβασμό και εκτίμηση

 

 

                 

της Χριστίνας Ι. Ρούτση

 

Ο Μίμης έφυγε στη μέση μιας μέρας, χωρίς προειδοποίηση. Θα μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε, αλλά έγινε φέτος.

Φαινόταν άνθρωπος συνηθισμένος, σαν ένας από όλους μας, στην πραγματικότητα ήταν διαφορετικός. Είχε τη σπάνια άνεση να είναι το ίδιο οικείος είτε με άγνωστα είτε με επιφανή πρόσωπα. Συνδυάζοντας οξυδερκή παρατήρηση και ανοιχτοσύνη, βρέθηκε κοντά με πολλούς χαρακτήρες ανθρώπων, μπορεί και με όλους, έχοντας πάντοτε γνησιότητα και αλήθεια.

Η φωτογραφία αποκάλυψε την ειλικρίνεια της προσωπικής του ματιάς. Έγινε ο φωτογράφος των προσώπων των φίλων του, του φοβερού δέντρου της έκθεσης, των γλάρων της Μπούκας και του Αγιονικόλα, της Κυριακής του Πάσχα, του ζεϊμπέκικου χορού και της Μάνης που περπάτησε.

Ουδέποτε μοιρολάτρησε, ούτε καν στις κρίσιμες στιγμές. Αυτή η αρχοντική προσωπική στάση μπορεί να μη φαινόταν, διότι ήταν αθόρυβη, όμως ήταν σπάνια.

Ήταν κάτι περισσότερο από οικείος και ντόμπρος. Σου έδινε την ασφάλεια που προσφέρει ένας καλός φίλος. Αυτό βοηθάει ακόμα και τώρα, παρόλο που αυτός λείπει.

Οι ώρες που περάσαμε μαζί, στις σχεδόν πάντα απρογραμμάτιστες συναντήσεις του καλοκαιριού, αγνοώντας το μέλλον, σημάδεψαν την πολυτέλεια του παρελθόντος χρόνου, που έγινε αντιληπτή αργότερα.

Οι αληθινές ιστορίες του, που κανείς δε θα αφηγηθεί πια, κατέγραφαν το “άλλο”, άγνωστο στους περισσότερους, Νησί. Έχοντας ζήσει και στα δύο, “κρατούσε το ίσο”, ανάμεσα στους ομιλητικούς και “άνετους”, και στους σιωπηλούς και αποτραβηγμένους. Για τους τελευταίους ήταν ο “αδερφός” και είναι αυτοί που κάθε Κυριακή θα τον περιμένουν.

Αυτά τον έκαναν ιδιαίτερη περίπτωση και ξεχωριστό άνθρωπο.

Ο Μίμης είναι το Νησί που φεύγει και μοιάζει να ξεφτίζει.

Πέρασε κοιτάζοντάς μας και αγαπώντας μας.

Τον ευχαριστούμε όλοι για τις ωραίες αναμνήσεις.

 

 

 

 

Έκθεση εικόνων

Πρόσφατα Άρθρα