ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο Θανάσης ξέρει από… βέσπα

και γυρνάει μαζί της την Ευρώπη

Συνέντευξη στον Σταύρο Χ. Μαρτίνο

 

«Καλέ μου άνθρωπε, ξέρεις από βέσπα;» ρωτάει ο Θανάσης Βέγγος στην αξέχαστη ελληνική ταινία. Ο Θανάσης Αντωνόπουλος θα του απαντούσε αμέσως ότι ξέρει. Όχι μόνο ξέρει, αλλά έχει γυρίσει με τη βέσπα του κάμποσες χώρες της Ευρώπης, έχει γνωρίσει ανθρώπους που λατρεύουν τη βέσπα από όλα τα μήκη και πλάτη της γης, έχει αποκτήσει εμπειρίες που τον έχουν κάνει καλύτερο ως οδηγό και άνθρωπο.

Η σχέση του με τις δύο βέσπες του δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. «Κοπέλες του» τις αποκαλεί.

Ας δούμε λίγο πότε και πώς ξεκίνησε αυτή η σχέση, μέχρι πού τον έχει πάει η βέσπα του τον Θανάση και ποιο είναι το απόσταγμα των ταξιδιωτικών εμπειριών του:

 

-Η σχέση σου με τη βέσπα πότε ξεκίνησε;

Το μικρόβιο το κόλλησα από πιτσιρίκος. Από τότε που με έβαζε ο πατέρας μου μπροστά στη βέσπα όρθιο και η μάνα μου ήταν πίσω με τον αδερφό μου αγκαλιά και πηγαίναμε βόλτες. Πηγαίναμε για μπάνιο στη θάλασσα, εκδρομές και διάφορα άλλα.  

-Πότε άρχισες να οδηγάς βέσπα;

Από 13 χρονών, παράνομα, στη γειτονιά. Δε με άφηνε ο πατέρας μου να κατέβω από τη Λαιίκων, κοντά στην οποία είναι το πατρικό μου σπίτι, σε μια περιοχή σαν χωριό. Με το που έβγαλα, όμως, το δίπλωμα, 18 χρονών και μία ημέρα, πήγα εκδρομή στη Στούπα.  

-Αμέσως;

Ναι! Και δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ. Πήρα το δίπλωμα 19 Ιουλίου και 20 Ιουλίου ήμουν με τη βέσπα στη Στούπα.  

-Αν θυμάμαι καλά, εκείνη την εποχή της μόδας ήταν τα παπάκια…

Ναι, η μητέρα μου είχε παπάκι HONDA, αλλά δε με συγκίνησε ποτέ.  

-Γιατί τέτοιος έρωτας με τη βέσπα; Θυμάμαι, μάλιστα, που λέγαμε ότι οι βέσπες είναι δύσκολα μηχανάκια…

Υπάρχει αυτή η φήμη ότι η βέσπα είναι δύσκολη. Θέλει μια προσοχή, γιατί έχει μικρή ρόδα και δεν έχει αναρτήσεις όπως οι μεγάλες μηχανές. Το θέμα, όμως, είναι ότι η βέσπα δε σε αφήνει ποτέ. Δεν πρόκειται να μείνεις και να χρειαστείς οδική βοήθεια για να σε φέρει πίσω. Ό,τι και να πάθεις, έχεις τα πράγματα που χρειάζονται και τη φτιάχνεις επί τόπου.

-Τη δική σου βέσπα πότε την αγόρασες;

Το 2011. Ήταν όταν γιόρταζε η Ιταλία τα 150 χρόνια της ενοποίησής της και η PIAGGIO επανακυκλοφόρησε την PX 150, την οποία και παρήγγειλα. Βγήκαν λίγα κομμάτια με σειριακό αριθμό, είναι συλλεκτικά μηχανάκια. Θυμάμαι την παρήγγειλα και περίμενα εννιά μήνες να έρθει. Έχει πάνω και αυθεντικό αυτοκόλλητο «1861-2011 150 anniversario Unita d’ Italia».

-Έχεις και τη δική σου βέσπα και του πατέρα σου;

Ναι και δεν αποχωρίζομαι καμία. Του πατέρα μου είναι μοντέλο “Sprint Veloce” του 1971.

-Αυτοκίνητο;

Έχω, αλλά το χρησιμοποιώ σπάνια, μόνο για τις μετακινήσεις όλης της οικογένειας.

-Πότε ξεκίνησες να ταξιδεύεις με τη βέσπα;

Τα ταξίδια στο εξωτερικό τα ξεκίνησα το 2014. Στο νομό ταξίδευα από όταν πήρα το δίπλωμα και μετά. Τις Κυριακές με τους φίλους πηγαίναμε για μπάνια στην Πύλο, την Κορώνη, τη Φοινικούντα, την Καρδαμύλη, τη Στούπα.  

-Το πρώτο ταξίδι στο εξωτερικό πώς προέκυψε;

Να σου πω πρώτα ότι το 2010 φτιάξαμε πέντε φίλοι το Vespa Club Καλαμάτας. Δεν ήμασταν από την αρχή φίλοι, τυχαία γνωριστήκαμε, επειδή και οι πέντε είχαμε βέσπες. Είναι ο Σταύρος Γεωργακόπουλος, ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ο Παναγιώτης Παναγόπουλος, ο Κώστας Σπάλλας κι εγώ. Πήγαμε σε ένα δικηγόρο, μας ετοίμασε ένα καταστατικό, εγκρίθηκε από το Πρωτοδικείο και ξεκίνησε η λειτουργία του club μας. Ως club διοργανώσαμε κάποιες κοντινές εκδρομές, ενώ όταν ήρθαν στην Καλαμάτα τα άτομα που συμμετείχαν στο γύρο της Ελλάδας με βέσπα, άρχισε να μπαίνει το μικρόβιο των εκδρομών. Ώσπου τα Χριστούγεννα του 2013 χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ο Κώστας Γράντης, από το Vespa Club της Λάρισας, συνταξιούχος αστυνομικός, ο οποίος μου πρότεινε, εάν ήθελα, να πάμε μαζί ταξίδι στην Ιταλία με τις βέσπες μας. Αμέσως του απάντησα ότι θέλω και αυτό ήταν. Έτσι έγινε το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό με τη βέσπα, με τον Κώστα Γράντη από τη Λάρισα και τον Γιώργο Καρδαρά από την Πάτρα.

-Και πού ακριβώς πήγατε;

Στη Μάντοβα, στην παγκόσμια συνάντηση βέσπα. Εκεί συναντήσαμε 10.000 βέσπες από όλο τον κόσμο.  

-Πώς ήταν αυτή η πρώτη εμπειρία ταξιδιού στο εξωτερικό;

Άφησε κάτι στη ζωή μου που δε θα περάσει ποτέ. Ότι δεν ανεβαίνουμε ποτέ στη μηχανή χωρίς κράνος. Δε φορούσα ποτέ και όταν βγήκα στο εξωτερικό και είδα πώς κυκλοφορούν εκεί, όταν είδα την οδική συμπεριφορά που έχουν οι ξένοι, δεν ξανάβγαλα το κράνος και βελτίωσα και τη δική μου οδική συμπεριφορά.

Κατά τα άλλα, στη Μάντοβα γνώρισα ανθρώπους από όλο τον κόσμο, με τους οποίους έχουμε επικοινωνία ακόμη μέσω των κοινωνικών δικτύων. Στο ξενοδοχείο έμενα με φίλους από τη Ρωσία, το Βιετνάμ και την Ινδονησία. Μάλιστα, ο Ινδονήσιος πέρσι μου έστειλε ένα μπλουζάκι από το Vespa Club της περιοχής του! 

-Σε ποιες άλλες χώρες έχεις πάει με τη βέσπα σου;

Το 2015 πήγα στην παγκόσμια συνάντηση βέσπα που έγινε στην Κροατία, την επόμενη χρονιά πήγα στο Σαν Τροπέ της Γαλλίας, μετά στο Τσελ αμ Ζέε, στις Αυστριακές Άλπεις, όπου έγινε μια πολύ ωραία εκδήλωση. Φέτος δεν πήγαμε πουθενά λόγω οικονομικών.  

-Έχουν μεγάλο κόστος αυτά τα ταξίδια, καθώς και η συντήρηση της βέσπας;

Εμείς τα ταξίδια τα κάνουμε κάπως... σπαρτιάτικα. Με ξηρά τροφή και οικονομία. Πληρώνουμε τα καύσιμα και τα ξενοδοχεία και στα υπόλοιπα κάνουμε οικονομία, γιατί δεν είμαστε λεφτάδες. Σε ό,τι αφορά τη συντήρηση της βέσπας, όχι δεν είναι ακριβή. 

-Περιέγραψέ μου λίγο πώς είναι στο ταξίδι;

Δεν μπαίνω ποτέ σε αυτοκινητόδρομους και σε μεγάλες εθνικές οδούς, πάω πάντα από τον παλιό δρόμο, γιατί μου αρέσει να βλέπω και να μυρίζω. Είναι τελείως διαφορετικές μυρωδιές και τοπία στο εξωτερικό, εγώ δεν το είχα ξανανιώσει. Αν, όμως, πήγαινα από τον αυτοκινητόδρομο, δε θα ένιωθα τίποτα, θα πήγαινα με τέρμα το γκάζι και θα έβλεπα μόνο αυτοκίνητα και νταλίκες να με περνάνε. Από τον παλιό δρόμο περνάς από χωριά, βλέπεις τους κατοίκους, σταματάς όπου θέλεις, σε ένα ωραία δασάκι, χαλαρώνεις, ξαπλώνεις και ξεκουράζεσαι και εσύ και η βέσπα σου.  

-Το πιο ωραίο μέρος που έχει πάει ποιο είναι;

Δεν έχω να πω κάποιο συγκεκριμένο. Είμαι, πάντως, λάτρης του βουνού και μου άρεσε πολύ στις Άλπεις, στην Αυστρία. Ανεβήκαμε σε έναν παγετώνα στο Γκρόσγκλοκνερ, όπου το χιόνι ήταν δύο μέτρα. Είχαν καθαρίσει το δρόμο τα εκχιονιστικά και δεξιά και αριστερά το χιόνι ήταν σαν τεράστιος τοίχος. Ήταν 15 Ιουνίου και η θερμοκρασία ήταν -2, ενώ στην Ιταλία, απ’ όπου ξεκινήσαμε, είχε 40 βαθμούς! Μου άρεσε πάρα πολύ. Εν τω μεταξύ, εκεί είδα και ξύλινα σπίτια που με ενδιαφέρουν πολύ λόγω του επαγγέλματός μου. Έχω, επίσης, μια φωτογραφία από μια στιγμή που δε θα ξεχάσω ποτέ: Κάναμε παρέλαση βέσπες από 37 χώρες και εγώ ήμουν ο σημαιοφόρος από την Ελλάδα.  

-Όταν είσαι στο εξωτερικό κάνεις συγκρίσεις; Δηλαδή, πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα και πώς έξω, πώς οδηγούν εδώ και πώς εκεί, πόσο σέβονται έξω το δικυκλιστή και πόσο εδώ;

Ναι, κάνω συγκρίσεις. Να σου πω, για παράδειγμα, ότι στην Αυστρία δεν ακούσαμε μία φορά μια κόρνα, δε μας είπε κανένας “άιντε, ρε, πάρτε το μοναστήρι σας και κάντε λίγο άκρη”. Και σε ό,τι αφορά τους δρόμους, οι ελληνικοί είναι σαν της Αλβανίας. Οι χειρότεροι δρόμοι που έχω οδηγήσει ποτέ είναι στην Αλβανία. Να σου πω, επίσης, ότι στη Σλοβενία είδα εργάτες με σκούπα να καθαρίζουν την άσφαλτο. Και δε μιλάω για αυτοκινητόδρομο ή κάποια μεγάλη εθνική οδό. Έξω ξέρεις ότι δε θα κινδυνεύσεις από λακκούβα ή να γλιστρήσεις επειδή το οδόστρωμα δεν έχει καλή ποιότητα.  

-Με τη βέσπα είσαι αιώνια δεσμευμένος;

Ναι!

-Να πάρεις μιαν άλλη μηχανή δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ;

Όχι! 

-Στα μεγάλα ταξίδια που κάνεις, όταν βλέπεις άλλους με μεγάλες μηχανές, με τα δερμάτινα ρούχα τους, τις βαλίτσες τους στο πλάι, τι σκέφτεσαι;

Δεν έχω ζηλέψει ποτέ. Και εγώ φοράω τη στολή μου, είμαι προστατευμένος αν πέσω. Το να έχω μια μηχανή και να πηγαίνω με 200 χιλιόμετρα τι νόημα έχει; Τι θα δω, τι θα μυρίσω, τι θα αισθανθώ; Βέβαια, μια μεγάλη μηχανή είναι πιο άνετη για τον αναβάτη, αλλά και η βέσπα έχει τα καλά της. Τουλάχιστον εμένα δε θα με πάρει ποτέ η οδική βοήθεια, όπως πήρε ένα συνάδελφο που, ενώ είχε βέσπα, ήρθε σε μια εκδρομή με μεγάλη μηχανή, γιατί γκρίνιαζε η γυναίκα του.

-Έχεις να συμβουλέψεις κάτι τους φίλους της μηχανής, με όλη αυτή την εμπειρία που έχεις συσσωρεύσει;

Ένα πράγμα έχω να πω: Να φοράει ο κόσμος πάντα κράνος και να μη βιάζεται. Αυτός που βιάζεται δε φτάνει πάντα.

-Έξω ο κόσμος δεν είναι βιαστικός δηλαδή;

Όχι τόσο πολύ. Έχω καταλήξει ότι εμείς δεν οδηγούμε σωστά και δεν ντρέπομαι που το λέω. Όταν πηγαίναμε στη Σλοβενία ή στην Αυστρία ή στην Κροατία, στα φανάρια όλοι σταματούσαν πίσω από τη διάβαση πεζών, ενώ οι Έλληνες σταματούσαμε πάνω στη διάβαση. Ντροπιάστηκα και τότε είπα «πίσω από τη διάβαση κι εμείς». Έχω μάθει να οδηγώ διαφορετικά, καλύτερα πιστεύω.  

-Κάτι που να σου άφησε άσχημη γεύση, στα ταξίδια που έχεις κάνει, υπάρχει;

Ένιωσα δραματικά συναισθήματα στην Κύπρο, στην Παγκύπρια Συνάντηση Βέσπα. Ήταν ωραία, περάσαμε καλά, γελάσαμε, φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε, αλλά όταν πήγα στα κατεχόμενα με έπιασε η καρδιά και η ψυχή μου. Στενοχωρήθηκα πολύ.

 

Ο Θανάσης Αντωνόπουλος, οι φίλοι του τον φωνάζουν και «κοτσίδα», είναι 40 ετών, παντρεμένος με την Ανδανία Λουμπρούκου και έχουν δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Χρήστο. Το δεύτερο σπίτι του, όπως λέει χαρακτηριστικά, είναι η Δημοτική Φιλαρμονική Καλαμάτας, στην οποία είναι ερμηνευτής από το 1988 και παίζει άλτο κόρνο. Από το 2010 είναι πρόεδρος των εργαζομένων της Φιλαρμονικής. Το επάγγελμά του είναι ξυλουργός και έχει αναλάβει το ξυλουργικό εργαστήριο του πατέρα του, στο Βιοτεχνικό Πάρκο Καλαμάτας. Αγαπάει με πάθος και τη δουλειά του και τη Φιλαρμονική και τη βέσπα, αλλά όποτε χρειαστεί θυσιάζει τις αγάπες του αυτές για τη μεγαλύτερη αγάπη της ζωής του, την οικογένειά του. 

Πρόσφατα Άρθρα