ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

{συνέντευξη στον Σταύρο Χ. Μαρτίνο}

 

Ο Χαμπέας «εξομολογείται»…

 

Είναι ο τύπος που σε εκπλήττει με το πολυσύνθετο ταλέντο του. Ο Χαμπέας που αμέσως κέρδισε τη συμπάθεια του τηλεθεατή. Ο σκληρός Γαργαμπίκας με μια καρδιά που έλιωνε για τη Λίτσα. Ο ρατσιστής ένορκος στο θεατρικό έργο του Ρέτζιναλντ Ρόουζ, που παίζεται για τέταρτη χρονιά στην Αθήνα! Ο τραγουδιστής-υποκριτής στο «Λαϊκό Καμπαρέ» μαζί με τον Παντελή Αμπαζή. Ο πρώην δημοτικός σύμβουλος Ηλιούπολης με το κοινωνικό έργο που έχει βραβευτεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο υποψήφιος βουλευτής.

Παρ’ όλα αυτά ο συμπατριώτης μας από την Αρσινόη, Γιώργος Γιαννόπουλος, είναι ένα άτομο που επιζητεί τη μοναξιά. Για να μπορέσει να τα βρει με τον εαυτό του, όπως μας λέει. Και όπως προσθέτει, μόνο εάν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, θα τα έχεις καλά και με τους γύρω σου, με το μανάβη σου, με τον περιπτερά σου, με τη γκόμενά σου…

 

-Και φέτος παίζετε τον ένορκο 10 στην παράσταση «Οι 12 ένορκοι» του Ρέτζιναλντ Ρόουζ, στο Θέατρο Αλκμήνη. Πόσα χρόνια παρουσιάζεται αυτή η παράσταση;

Τέσσερα χρόνια! Και φαντάζομαι ότι θα συνεχίσει για πολλά ακόμα, γιατί είναι εξαιρετική. Και η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη έχει κάνει φανταστική δουλειά στη σκηνοθεσία.  

-Και τον Βαγγέλη Χαμπέα πόσα χρόνια τον παίζετε στο σίριαλ «το σόι σου», στον Alpha;

Επίσης τέσσερα χρόνια! Μέσα στα μνημόνια εμείς έχουμε επιτυχίες. Ίσως μου έχει φέρει γούρι η μνημονιακή φάση του Τσίπρα…

-Νομίζω ότι ο ένορκος 10 και ο Βαγγέλης Χαμπέας είναι δύο πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες. Πώς καταφέρνετε και μπαίνετε στο πετσί δύο τόσο διαφορετικών ρόλων, όταν μάλιστα ο ένορκος 10 απευθύνεται σε ένα κάπως πιο «ψαγμένο» κοινό σε σχέση με το κοινό ενός σίριαλ;

Έχω μια ας την πούμε ρήση, ένα γιαννοπουλαίικο ρητό, που λέει ότι «οι ταμπέλες είναι για τους δρόμους και οι ετικέτες για τα τετράδια»... Δεν πιστεύω σε διαχωρισμούς όπως αυτό που λένε έντεχνο ή εκείνο που λένε λαϊκό, αυτό που λένε ψαγμένο ή εκείνο που λένε επιφανειακό. Δε δέχομαι να χαρακτηρίζεται ένας ηθοποιός καλός ή κακός ανάλογα με το αν παίζει στις ποιοτικές και εμπορικές παραγωγές, όπως τις λένε.

Νιώθω περήφανος γιατί είμαι από τους λίγους ηθοποιούς που παίζω σε τελείως διαφορετικά πράγματα. Με διαλέγουν σκηνοθέτες όπως ο Γιάννης Οικονομίδης -που κάνει αρτ ας πούμε- για να παίξω στην ταινία του «Το Μικρό Ψάρι», που διαγωνίστηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ του Βερολίνου και ο Μαρκίδης που κάνει εμπορικές -για να συνεννοηθούμε το λέω -  δουλειές.

Χαίρομαι που έχω την τύχη να υποδύομαι διαφορετικούς ρόλους, από το ρατσιστή ένορκο 10 μέχρι διάφορους κωμικούς χαρακτήρες. Η αξέχαστη Ζωή Λάσκαρη και ο φίλος μου ο Κώστας ο Βουτσάς μού έχουν πει ότι το παίξιμό μου μοιάζει με τις ταινίες τις ιστορικές του Φίνου.

Είμαι τυχερός για τους ρόλους που μου εμπιστεύονται, αλλά πιστεύω ότι η τύχη από μόνη της δε φτάνει, συν Αθηνά και χείρα κίνει που λέγαν οι αρχαίοι... Νομίζω ότι πιο πολύ εμείς οι ίδιοι με τις επιλογές μας οδηγούμε τα πράγματα εκεί που πάνε. Να μιλάμε με την καρδιά μας, με την ψυχή μας, με τα θέλω μας. Και εγώ έφτασα στο σημείο που είμαι σήμερα, μέσα από τα όχι και τα ναι που είπα.  

-Τι είναι αυτό, όμως, που μπορεί να συνδέει τον ένορκο 10 με τον Βαγγέλη Χαμπέα; Τι είναι αυτό που σας βοηθάει να υποδύεστε τους δύο τόσο διαφορετικούς ρόλους με τόση επιτυχία;

Η ειρωνεία. Ο υποκριτής πρέπει να είναι είρωνας απέναντι στους χαρακτήρες, απέναντι στη ζωή την ίδια. Η ειρωνεία είναι ένας τρόπος να βλέπεις τα πράγματα από πάνω και να τα σχολιάζεις. Αυτή είναι η δουλειά του υποκριτή.  

-Τον Βαγγέλη Χαμπέα ο κόσμος τον συμπαθεί ιδιαίτερα. Τι βλέπει μέσα σε αυτόν τον τηλεοπτικό χαρακτήρα;

Ο Απόστολος Παύλος στην προς Κορινθίους επιστολή του έγραψε ότι «νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη». Τους είπε, δηλαδή, ότι το μεγαλύτερο αγαθό σε αυτή τη ζωή είναι η αγάπη, ο αλτρουισμός, να δίνεις χωρίς να περιμένεις να πάρεις. Ο Χαμπέας είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας. Αγάπησε μια γυναίκα, έκανε πέντε παιδιά, έχει τρία εγγόνια, δεν έχει δει άλλη γυναίκα, αυτή αγαπάει και σε αυτή κάθεται σούζα. Στις νουθεσίες της Χαρούλας ο Χαμπέας κάθεται σούζα. Αυτή η αγάπη, όχι μόνο του Χαμπέα, αλλά των περισσότερων χαρακτήρων της σειράς, γεμίζει ζεστασιά τους τηλεθεατές, οι οποίοι ανταποδίδουν με τα ίδια συναισθήματα.

-Και από τον Γαργαμπίκα μέχρι το Χαμπέα τι απόσταση υπάρχει;

Καμία! Γιατί και τους δύο τούς τρελαίνει η αγάπη. Τον Χαμπέα η αγάπη του για τη Χαρούλα και τα παιδιά του. Και τον Γαργαμπίκα η αγάπη του για τη Λίτσα (Σμαράγδα Καρύδη) και το χρήμα. Άρα, τι σου έλεγα… αγάπη σε όλα.

-Η σκηνοθεσία σάς ενδιαφέρει; Θα θέλατε να σκηνοθετήσετε μια παραγωγή;

Με ενδιαφέρει, αλλά δεν ήρθε η ώρα μου ακόμη. Έχω τη δική μου άποψη για τους ρόλους μου, λέω στο σκηνοθέτη τη γνώμη μου όταν δε συμφωνώ με τη δική του και μέσα από τις αντιρρήσεις μας καταλήγουμε σε μια κοινή συνισταμένη, σε μια συμφωνία και αυτή βγάζουμε στον αέρα.

Ετοιμάζω ένα σενάριο δικό μου και το όνειρό μου είναι να καταθέσω και τη δική μου σκηνοθετική πρόταση, την άποψή μου για το πώς βλέπω τη ζωή και πώς αντιλαμβάνομαι τα πράγματα. Δε βιάζομαι όμως, συνεχίζει να με ιντριγκάρει η υποκριτική.

-Δίνετε και μουσικές παραστάσεις, κάνετε το «Λαϊκό Καμπαρέ» στο «Ορφέας Live» με τον Παντελή Αμπαζή. Έχω την εντύπωση ότι το τραγούδι και η μουσική είναι η μεγάλη σας αγάπη…

Όχι! Η πιο μεγάλη αγάπη είναι η φιλοσοφία, η σκέψη. Πιστεύω πως θα μπορούσα να έχω γίνει ένας πολύ διάσημος τραγουδιστής, η ζωή όμως με πήγε στην υποκριτική. Κάποιον λόγο θα είχε που με κατηύθυνε εκεί...

Σε ό,τι αφορά την παράσταση που δίνουμε με τον Παντελή, πρόκειται για ένα μουσικό σατιρικό δράμα, ένα λαϊκό καμπαρέ που έχει άποψη, έχει αρχή, μέση και τέλος. Ο Παντελής λέει τα «σατιρικά» και εγώ τα «λαϊκά».

Πάντως και το τραγούδι είναι μια μορφή υποκριτικής. Τι είναι οι μεγάλοι τραγουδιστές; Περφόρμερς είναι! Δες τον Νταλάρα. Τώρα, βέβαια, έχουν μπερδευτεί τα πράγματα από κάποιους ατάλαντους και ανίδεους. Το τραγούδι, όμως, είναι υποκριτική, είναι ένα ποίημα που μέσα σε λίγες λέξεις λέει όσα πράγματα γράφει ένα ολόκληρο βιβλίο. Γι’ αυτό ο σοβαρός τραγουδιστής οφείλει να είναι υποκριτής. Δεν μπορεί ένας τραγουδιστής να στέκεται στην πίστα με τον ίδιο τρόπο όταν τραγουδάει το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» και όταν τραγουδάει το «Στο άδειο μου πακέτο απόψε μπήκες», που είναι και τα δύο ζεϊμπέκικα αλλά λένε διαφορετικά πράγματα.

-Κι ενώ παίζετε στο θέατρο, στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, ενώ τραγουδάτε στην πίστα, δηλώνετε μοναχικό άτομο. Πώς γίνεται να κάνετε τόσα πράγματα αλλά να είστε μοναχικός;

Μη μας πιάνει τρέλα, η μοναξιά είναι αγαθό, δεν είναι κάτι κακό. Χρειάζεται η μοναξιά για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να τον αγαπήσουμε, ώστε να μπορέσουμε να αγαπήσουμε και τους άλλους ανθρώπους και να γίνουμε «πακετάκι» μαζί τους.

Εξάλλου, ο άνθρωπος, ως ζώο που είναι, πρέπει να δει τι κάνουν τα υπόλοιπα ζώα. Να ξανακοιτάξει λίγο τη γατούλα, το σκυλάκι, τα πουλάκια όταν κάθονται μόνα τους... 

-Στην Αρσινόη, που είναι το χωριό σας και στην Καλαμάτα, όπου πήγατε Γυμνάσιο, έρχεστε συχνά;

Έρχομαι τακτικότατα και με ξέρει όλη η Μεσσηνία.

Είχα κατέβει υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στη Μεσσήνη με τον Στάθη Αναστασόπουλο, είχα κατέβει και υποψήφιος βουλευτής με το «Ποτάμι». Είχα, επίσης, εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος στην Ηλιούπολη με το δήμαρχο Βασίλη Βαλασόπουλο. Ο Βαλασόπουλος ήταν με την κεντροαριστερά, ο Αναστασόπουλος είναι με την κεντροδεξιά, το «Ποτάμι» είναι με το κέντρο. Εγώ με τη συνεργασία μου με αυτούς απέδειξα αυτό που σου είπα προηγουμένως, ότι δεν πιστεύω στις ταμπέλες. Ο κόσμος, όμως, δυστυχώς, ακόμα είναι εγκλωβισμένος στα κόμματα.  

-Σας ενδιαφέρει ακόμη η πολιτική;

Με ενδιαφέρει γιατί είμαστε πολιτικά όντα. Και η πολιτική είναι πολιτισμός, βγαίνουν και οι δύο λέξεις από το πόλις. Έγραψα στο προεκλογικό μου φυλλάδιο ότι πολιτισμός είναι να σέβεσαι τον άνθρωπο και πολιτική είναι να σέβεσαι το μόχθο του.

-Σας ενδιαφέρει καλλιτεχνικά η Καλαμάτα; Βλέπετε κάποιο σχήμα με το οποίο θα μπορούσατε να συνεργαστείτε;

Η Καλαμάτα και η Μεσσηνία δεν έχουν εκμεταλλευτεί τον πλούτο τους. Είχα κάνει πρόταση για το «Φεγγάρι της Μαρίας», να διοργανώνουμε δηλαδή ένα μεγάλο event για το μεγαλύτερο όνομα του πλανήτη στο τραγούδι, τη Μαρία Κάλλας. Δε με άκουσε κανένας. Κάποτε, όμως, θα γίνει. Αν, όμως, γίνει -και μακάρι να γίνει- έστω και από κάποιον άλλο, ας πει μια κουβέντα και για τον Γιωργάκη τον Γιαννόπουλο, ότι ήταν ιδέα του.

Έχω κάνει πρόταση να στήσουμε Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος με έδρα στην Αρχαία Μεσσήνη. Στον αρχαιολογικό χώρο μπορούμε να φέρουμε κορυφαία ονόματα, τους Pink Floyd στο αρχαίο στάδιο, τον Παπαθανασίου, διεθνή θεατρικά σχήματα στο αρχαίο θέατρο. Η Αρχαία Μεσσήνη είναι ένα ολοκληρωμένο σύστημα πολιτιστικών εκδηλώσεων που μπροστά σε αυτό η Επίδαυρος και η Δωδώνη δεν είναι τίποτα. Τους τα έχω προτείνει, αλλά δεν έχουν κάνει τίποτα. Τι να πω; Άβυσσος το μυαλό του ανθρώπου, άλλο βλέπει φεγγάρι και άλλο φτάνει μια οργιά γης… 

-Έχετε πει ότι σκεφτόμαστε σαν πειρατές, μας ενδιαφέρει μόνο πώς θα επιβιώσουμε. Τι θα έπρεπε να κάνουμε όταν πολύς κόσμος επιβιώνει με δυσκολία;

Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους, απλά θέλω να πω ότι ο κόσμος θα απελευθερωθεί όταν θα κάνει αυτό που θέλει και όχι αυτό που πρέπει. Γιατί τότε ο κόσμος θα είναι καλά και τότε θα τα έχει καλά και με το μανάβη του και με τον περιπτερά του και με την γκόμενά του. Αντίθετα, όταν είναι καταπιεσμένος καταπιέζει και τους γύρω του. Και έτσι λειτουργεί ως πειρατής και βρίσκει έδαφος να πατήσει η ρήση του Πάγκαλου ότι «μαζί τα φάγαμε».

Να στο πω αλλιώς: Στο Δήμο Ηλιούπολης που ήμουν δημοτικός σύμβουλος ήμουν υπεύθυνος για την κοινωνική πολιτική και όταν πήγα στα ΚΑΠΗ, είδα μια μίζερη εικόνα, όλα ήταν γκρίζα, έλειπε η ζωντάνια, η φαντασία. Αποφάσισα να βάψουμε τους τοίχους, βάλαμε χρώματα, αλλάξαμε τους καναπέδες και βάλαμε χρωματιστούς, κρεμάσαμε στους τοίχους φωτογραφίες με ηλικιωμένους ανθρώπους που όμως ήταν πολύ δραστήριοι, φώναξα τον Κώστα Βουτσά και τους μίλησε, βάλαμε και διάφορα προγράμματα για να απασχολούνται και να μαθαίνουν καινούργια πράγματα οι ηλικιωμένοι. Και όλα άλλαξαν, οι χώροι είχαν παλμό, βραβευτήκαμε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι πάντα πρέπει να είμαστε δραστήριοι και χαρούμενοι, η ζωή ποτέ δεν τελειώνει.

Ένα καλοκαίρι, ημέρα Κυριακή, έκανα μπάνιο στη θάλασσα στη Μικρή Μαντίνεια και ήμουν πολύ χαρούμενος, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κάπως μουτρωμένοι. Την άλλη μέρα θα πήγαιναν για δουλειά και δεν τους άρεσε, αντίθετα εγώ περίμενα να έρθει η άλλη μέρα για να πάω για γύρισμα. Πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε αυτό που γουστάρουμε, χρειάζεται όμως δουλειά, ψάξιμο, ενδοσκόπηση, η μοναξιά που σου είπα προηγουμένως.  

-«Αδικαιολόγητος»… Πότε χρησιμοποιείτε αυτό τον χαρακτηρισμό;

 

Όταν κάποιος δεν κάνει τα αυτονόητα… Και τα αυτονόητα είναι να αγαπάς το συνάνθρωπό σου, να είσαι εντάξει με τους γύρω σου, με το περιβάλλον, με τα ζώα. Αδικαιολόγητοι είμαστε για την τραγωδία που έγινε στη Μάνδρα, για τα ρέματα που μπαζώνουμε, για τις πυρκαγιές που καταστρέφουν τα δάση. Αδικαιολόγητος είναι όποιος δε σέβεται τη φύση, γιατί τότε δε σέβεται ούτε τον εαυτό του ούτε και τους άλλους…

Πρόσφατα Άρθρα