Σ'το 'πα και σ'το ξαναλέω*

Μνήμη Αντώνη Σουρούνη

 

ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ που βρισκόμουν στην Καλαμάτα, ερχόταν η στιγμή να μου κάνουν οι φίλοι μου την ίδια ερώτηση:

«Πότε θα σε πάμε στην Πάνω Σέλιτσα;».

Το σφάλμα τους ήταν πως σήκωναν το χέρι και μου ’έδειχναν πού πέφτει. Έβλεπα ένα μεγάλο βουνό χωρίς σπίτια και καταλάβαινα ότι το χωριό βρισκόταν κάπου από πίσω. Με τρόμαζε η θέα, με τρόμαζε η απόσταση, περισσότερο όμως με τρόμαζε η διαδρομή. Όχι το πήγαινε, αλλά το έλα. Ήξερα ότι Σέλιτσα γι’ αυτούς που με ρωτούσαν σήμαινε κρασοκατάνυξη και σκεφτόμουν την κατηφορική επιστροφή, γεμάτη στροφές, χαράδρες και σκοτάδι. Και δεν ήταν ούτε Κάτω, Πάνω ήταν.

Το ανέβαλλα λοιπόν συνεχώς, ώσπου αυτή τη φορά εκείνος που ρώτησε και του χαμογέλασα συγκαταβατικά, συνέχισε να ρωτάει:

«Μήπως φοβάσαι το γκρεμό;»

«Εγώ; Τρελός είσαι;»

«Τι τότε; Το θάνατο;»

Αισθάνθηκα πως δεν μπορούσα ν’ αρνούμαι πια, είχε έρθει η ώρα να κάνω το ταξίδι.

«Θα σε πάμε και θα σε φέρουμε, μη σε νοιάζει».

Δεν ήταν μόνο οι ερωτήσεις του φίλου μακάβριες, ήταν όλα όσα έλεγε.

«Πού είναι οι άλλοι;» ήταν η πρώτη μου ερώτηση φτάνοντας στον τόπο της συνάντησης.

Από καμιά δεκαριά που έπρεπε να βρισκόμαστε εκεί, ήμασταν τρεις όλοι κι όλοι. Η φίλη, ο φίλος που θα οδηγούσε κι εγώ.

«Αν δε θέλετε, δεν πάμε…» πρότεινα.

«Γιατί, τρεις λίγοι είμαστε;» ρώτησε ο φίλος.

«Λίγοι και καλοί», συμπέρανε η κοπέλα.

Της ‘άνοιξα την πόρτα για να καθίσει μπροστά, αλλά αρνήθηκε.

«Θα κάτσω πίσω, φοβάμαι μπροστά. Και στο αεροπλάνο ποτέ δεν κάθομαι πλάι σε παράθυρο».

Αναγκάστηκα να καθίσω μπροστά, παρόλο που κι εγώ στο αεροπλάνο ποτέ δεν κάθομαι σε παράθυρο. Ο φίλος επέμενε να ξεκινήσουμε όσο υπήρχε ακόμα φως της μέρας για να χαρούμε το τοπίο.

«Κοίτα, κοίτα εκεί κάτω», έλεγε κάθε τόσο. «Έχεις δει πιο βαθιά χαράδρα; Κοίτα, κοίτα εκεί πάνω. Έχεις την εντύπωση ότι το βουνό θα πέσει επάνω σου και μετά μπαίνεις στην αγκαλιά του».

Από πίσω δεν ακουγόταν τίποτα και γύρισα να δω. Η κοπέλα είχε ξαπλώσει και είχε καλύψει το κεφάλι με τη ζακέτα της. Την ξεσκέπασα όταν φτάσαμε, σκοτάδι πια. Αφήσαμε το αυτοκίνητο στην είσοδο του χωριού και περπατήσαμε στα στενά δρομάκια, ανάμεσα στα παλιά πέτρινα σπίτια, τα περισσότερα παρατημένα. Η ταβέρνα βρισκόταν κάτω από δυο πλατάνια, σε μια μικρή πλατεία που χρησίμευε και για αυλή της μικρής εκκλησίας. Η πόρτα της ήταν ανοιχτή και μέσα φωταγωγημένη. Εγώ και η κοπέλα μπήκαμε και ανάψαμε κερί – προφανώς για τον ίδιο λόγο.

«Εδώ, στην Παναγίτσα, παντρεύτηκα», μας εξήγησε ο φίλος. «Έγινε τρικούβερτο γλέντι. Μεθαύριο γιορτάζει».

«Γι’ αυτό είναι φωταγωγημένη;»

«Όχι, πάντα έτσι με φώτα είναι».

Από δίπλα μας πέρασε μια γερόντισσα κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μεγάλο καρβέλι ζυμωτό ψωμί και μπήκε στην κουζίνα. Μοσχοβόλησε ο τόπος. Και με τις ντομάτες μοσχοβόλησε, και με τις πατάτες και με τ’ αυγά και προπάντων το κρασί.

«Αυτοί χάσανε που δεν ήρθαν», είπε ο φίλος και συμφώνησα μαζί του.

«Ούτε ο Πέτρος, που ψοφάει για φαγοπότι», συνέχισε η κοπέλα.

Τη στιγμή εκείνη χτύπησε το κινητό που βρισκόταν ανάμεσα στα πιάτα και ο φίλος το σήκωσε.

«Στη Σέλιτσα», απάντησε. «Ναι, αφού το είπαμε. Σε περιμένουμε. Ο Πέτρος ήταν», στράφηκε σ’ εμάς. «Έρχεται».

Ο Πέτρος δούλευε στην τοπική εφημερίδα, στο τοπικό κανάλι και στο τοπικό ραδιόφωνο. Δεν είναι όμως ένας δημοσιογράφος σαν τους άλλους, γιατί το πρωί οδηγεί τρένο ανάμεσα στα βουνά, ενώνοντας τα χωριά το ‘να με τ’ άλλο. Χαίρεσαι να τον βλέπεις. Είναι θεόρατος κι έχει μια διαρκή έκπληξη στο πρόσωπο, έτσι που εκπλήσσεσαι κι εσύ. Απορεί και γελάει σαν μικρό παιδί με όσα ακούει, συμπαρασέρνοντας κι εσένα στη χαρά και στο γέλιο του. Όπως κάνει και με την αμαξοστοιχία του. Κι έτσι σαν αμαξοστοιχία παρουσιάστηκε. Ήρθε, κάθισε και ζήτησε ένα ποτήρι και πιρούνι. Από πίσω του εμφανίστηκαν πέντ’ έξι άνθρωποι, σαν βαγόνια παρασυρμένα από την ντιζελομηχανή.

«Έφερα τη γυναίκα μου και κάτι φίλους από την Αθήνα», διευκρίνισε. «Δεν είχα πού μα τους αφήσω».

Εκτός από τη δική μας παρέα υπήρχε μία ακόμα με τρία τέσσερα άτομα. Θα είχε πάει μεσάνυχτα, όταν ο ένας άντρας έπιασε ένα μπαγλαμαδάκι κι άρχισε να παίζει. Έγειρε πάνω στη γυναίκα κι εκείνη σιγοτραγούδησε ντροπαλά.

Ήταν μια νέα γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, με μαύρα μακριά μαλλιά, κάπως γεμάτη, που καθόταν απλωμένη με άνεση, έχοντας αγκαλιά τις δύο πλαϊνές καρέκλες. Στο επόμενο τραγούδι άφησε τη φωνή της ελεύθερη και ελευθερώθηκαν τα πάντα τριγύρω. Ξαφνικά φάνηκαν να ξεπροβάλλουν απ’ το σκοτάδι νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες και να κάθονται αραδιαστά πάνω στο πεζούλι. Τραγουδούσε δημοτικά, τραγούδια που ακούσαμε κομματιαστά απ’ τις γιαγιάδες μας και τα διαβάζουμε σήμερα στα βιβλία. Ο ταβερνιάρης μας εξήγησε ψιθυριστά ότι πρόκειται για μεγάλη τραγουδίστρια, που ξεκαλοκαιριάζει εδώ μαζί με τον άντρα της, γνωστό μπουζουξή.

«Κάθε μέρα τους παρακαλάμε να πουν ένα τραγούδι και ποτέ δεν το κάνουν», συνέχισε. «Δεν ξέρω τι τους έπιασε σήμερα».

Ήταν σαν η φωνή να έβγαινε από την ανοιχτή, ολοφώτεινη πόρτα της εκκλησίας. Κανείς μας δε μιλούσε. Πιστεύω ότι κανείς μας δε σκεφτόταν. Εκείνη η φωνή είχε ποτίσει τα ξεραμένα μας αισθήματα κάνοντάς τα να ξανανθίσουν και ο άντρας έκανε τις χορδές μέσα μας να πάλλονται.

Λίγο πριν ξημερώσει, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Η γυναίκα ακόμα τραγουδούσε σαν αηδόνα:

 

Σ’ το πα και σ’ το ξαναλέω, μη μου στέλνεις γράμματα,

γιατί γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουν κλάματα.      

 

Ήταν βαθύ σκοτάδι και δε βλέπαμε ο ένας τον άλλο. Φεύγαμε και η φωνή της ερχόταν μαζί μας. Κάθισα μπροστά στο αυτοκίνητο και μετά από ώρες σκέφτηκα για πρώτη φορά. Σκέφτηκα δηλαδή πως αν είναι να πεθάνω κάποτε, έτσι, μια τέτοια βραδιά θα ‘θελα να φύγω.

 

 

*Από το πέρασμα του Αντώνη Σουρούνη από την Καλαμάτα. Το διήγημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Κυριακάτικες Ιστορίες», εκδόσεις Καστανιώτη.   

Πρόσφατα Άρθρα