Έν Καλάμαις

Με τον Αποστόλη μεγαλώσαμε μαζί, μαζί στο Δημοτικό, μαζί και στο Γυμνάσιο. Μόνο που ο Αποστόλης μετά το στρατό έφυγε για την Αμερική, όπου ζούσε κάποιος συγγενής του πατέρα του. Δούλεψε σκληρά ο Αποστόλης στο εργοστάσιο του θείου, ξεκινώντας ως πιατάς, ενώ παράλληλα σπούδασε. Πολιτικός μηχανικός σε μεγάλη εταιρία, έχτισε το μισό Μανχάταν, κερδίζοντας αρκετά χρήματα.
Το χωριό του και τους φίλους του ποτέ δεν τους ξέχασε ο Αποστόλης και όποτε οι δουλειές τού το επέτρεπαν, ερχόταν για να περάσει τις διακοπές του.
Την αγάπη του για το χωριό και την Ελλάδα εμφύσησε και στην Ιταλίδα σύζυγό του, αλλά και στα τρία του παιδιά, που μιλούν άπταιστα τα ελληνικά, γνωρίζουν την ιστορία της Ελλάδας και είναι οι καλύτεροι χορευτές στους τοπικούς συλλόγους.
Φέτος ήταν η χρονιά του να έρθει στην Ελλάδα. Το Μάιο θορυβημένος μού τηλεφώνησε για να μου πει ότι σκέπτεται να αναβάλει το ταξίδι, επηρεασμένος από τις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις που μιλούσαν με τα χειρότερα λόγια για τη χώρα μας.
Τον έπεισα να έρθει και ήρθε, μόνος του, χωρίς τη γυναίκα και τα παιδιά. Έφθασε στην Αθήνα την ημέρα που οι Έλληνες έκαναν ουρά στα μηχανήματα των τραπεζών για να πάρουν το 60άρι. Από ευγένεια δε με έβρισε, όμως διέκρινα ότι είχε στενοχωρηθεί πολύ.
Τέλος πάντων, κάτι τα τσιπουράκια μας, κάτι τα ξενύχτια μας, κάτι οι ιστορίες από τα παλιά, ο Αποστόλης ήρθε στα ίσια του.
Ένα ατέλειωτο πανηγύρι η Μεσσηνία το καλοκαίρι και όρεξη να ’χει κανείς να τα επισκέπτεται. Του Αϊ – Λιος δε θα μπορούσαμε να μην πάμε στο γειτονικό χωριό, ήταν εξάλλου και ο Γιώργης που μας περίμενε. Φθάνοντας στον Αϊ – Λια, αντικρίσαμε μια τεράστια ουρά. Λεφτά περιμένουν να πάρουν; με ρώτησε ο Αποστόλης.
Όχι δεν περίμεναν να πάρουν λεφτά, αλλά γουρνοπούλα. Εφτά γουρνοπούλες έφυγαν σε χρόνο ρεκόρ. Μας έστρωσαν το τραπέζι, μας έφεραν μια ντουζίνα μπύρες και αρχίσαμε να καταβροχθίζουμε το γουρνόπουλο.
Δεκαπέντε περίπου άτομα δούλευαν για το πανηγύρι εξυπηρετώντας τον κόσμο. Από πού είναι τα παιδιά που δουλεύουν; με ρώτησε ο Αποστόλης. Μήπως ήξερα κι εγώ, προσέφυγα στο Γιώργη που ήταν και ντόπιος. Αλβανοί είναι, Έλληνας δεν καταδέχεται να δουλέψει σε τέτοιες δουλειές, μας είπε. Πήγαμε και σ’ άλλα πανηγύρια στα γύρω χωριά. Όπου και να πηγαίναμε, ο Αποστόλης με εμμονή ήθελε να μάθει την καταγωγή των εργαζομένων. Πουθενά μα πουθενά δε συναντήσαμε Έλληνα. Όμως, και στις ταβέρνες ο Αποστόλης ρωτούσε την καταγωγή των εργαζομένων και εκεί οι περισσότεροι, επίσης, δεν ήταν Έλληνες. Έχει κι ένα χωραφάκι με ελιές ο Αποστόλης, που τα τελευταία χρόνια έχει εγκαταλείψει.
Πήγαμε και με δυσκολία το βρήκαμε, αφού τα βάτα είχαν καβαλήσει τα λιόδενδρα. Στενοχωρήθηκε, θυμήθηκε τον παππού του και τον πατέρα του και σχεδόν δάκρυσε. Θα το καθαρίσω, μου είπε, έτσι στη μνήμη των γερόντων.
Έψαξε στην περιοχή για εργάτη, απευθύνθηκε στους ντόπιους, όμως κανένας δεν είχε ανάγκη να δουλέψει. Βρήκε, τελικά, κάτι Ρουμάνους.
Πριν από λίγες μέρες ο Αποστόλης έφυγε. Φθάνοντας στο Αμέρικα, μου τηλεφώνησε:
«Άκου να σου πω, φιλαράκο, όσο στο πανηγύρια και στα χωράφια δε δουλεύουν Έλληνες, αυτή η χώρα δεν πρόκειται να σωθεί», και εκνευρισμένος μού έκλεισε το τηλέφωνο.
Ρε, μπας και έχει δίκιο ο Αποστόλης;

Πρόσφατα Άρθρα