Δικαιοσύνη και Λογοτεχνία

Αισχύλος, Σαίξπηρ, Ελύτης και Φελίνι στη διδακτέα ύλη των δικαστών

Αποτελεί... διδακτέα ύλη στη γνωστική φαρέτρα των σύγχρονων δικαστών ο... Σαίξπηρ και ο Αισχύλος, ο Ανούιγ και ο Σοφοκλής, ο Ελύτης και ο Ίψεν, ο Ιούλιος Βερν, οι Τσάμηδες και οι Έλληνες - καταδότες των Εβραίων;
Συνιστά νομολογία η Ορέστεια του Αισχύλου (ένας μύθος 2.473 χρόνων) και... ο στίχος «το στήθος νέας γυναίκας είναι ήδη άρθρο του μελλοντικού Συντάγματος»; Είναι... πράγματα αυτά για να ακούγονται στην αίθουσα σεβαστών δικαστηρίων; Στην πρώτη στην 20ετή ιστορία της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών ημερίδα, με θέμα «Δικαιοσύνη και λογοτεχνία», που πραγματοποιήθηκε στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών της Θεσσαλονίκης, χώρεσαν όλα.
Από τον Αισχύλο και τους «Πέρσες», το αδίκημα της αλαζονείας της εξουσίας, αλλά και το πρώτο καταγεγραμμένο οικολογικό αμάρτημα - παράβαση των νόμων της φύσης (αυτό του Ξέρξη, που... μαστίγωνε τον Ελλήσποντο), την Ορέστεια, στους στίχους της οποίας θεατροποιείται, για πρώτη φορά, η πράξη της δικαιοσύνης, ως τον κλασικό Σοφοκλή και το μοντερνιστή Ευριπίδη, τα εγκλήματα της Αντιγόνης και της Μήδειας.
Από την ισχύ των νόμων των Θεών κι αυτή των ανθρώπων, ως το «μάγο» Φεντερίκο Φελίνι, ο οποίος όταν κινηματογραφούσε το «Σατυρικόν», προληπτικά και προκειμένου να αυτοπροστατευθεί από τις κυτταρικές του αναστολές, είχε τοποθετήσει στην κάμερά του μια πινακίδα, όπου είχε αναγράψει: «Φεντερίκο, ξέχνα πως είσαι Χριστιανός...».
«Το θεατρικό κείμενο δεν ασχολείται με ευτυχισμένους ανθρώπους. Θα ήταν πληκτικό. Και... ο συνήθης ήρωας σε όλα τα θεατρικά έργα είναι ο παραβάτης, ο θύτης» έλεγε στη γοητευτική του εισήγηση -καταβύθιση στην... εγκληματολογική ιστορία του θεάτρου, με θέμα «Έγκλημα, ενοχή και τιμωρία στο θέατρο», ο κριτικός θεάτρου- δημοσιογράφος, Κώστας Γεωργουσόπουλος. Χώρεσε στην ημερίδα για τη «Δικαιοσύνη και τη Λογοτεχνία» και το... απόλυτα νομικό μυθιστόρημα ο «Ωραίος Λοχαγός» του Μένη Κουμανταρέα με τα «καφκικά αδιέξοδα», τις τρεις ακυρώσεις δι' ανεπαρκή αιτιολογία και το συγγραφέα με την «οπτική εντομολόγου» (στην εισήγηση του καθηγητή της Νομικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Πάνου Λαζαράτου), και ο «ήλιος νοητός της Δικαιοσύνης», που επικαλείται ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης (αν το «Άξιον Εστί» ήταν μια μορφή διαμαρτυρίας του ποιητή για τη μοίρα της χώρας, ο Ελύτης τολμά να δηλώσει πως «το στήθος νέας γυναίκας είναι ήδη άρθρο του μελλοντικού Συντάγματος», τόνισε στην εισήγησή της, με τίτλο «Δικαιοσύνη, μια ακριβής στιγμή», η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου).
Στις συγκρούσεις και τα αινίγματα συνείδησης που τέθηκαν ανά τους αιώνες από τη δικαιοσύνη και τη λογοτεχνία αναφέρθηκε στην εισήγησή του, με τίτλο «Δίκαιο-ηθική-συνείδηση», ο συγγραφέας-ανθρωπολόγος, Δημοσθένης Κούρτοβικ. Ξεκινώντας από την αθώωση του πατροκτόνου Ορέστη και τον ολοφυρμό των Ευμενίδων («αλίμονό μας καινούργιοι νόμοι μας επιβάλλονται...»), διέσχισε τον Σαίξπηρ και την αναπαραγωγή στερεοτύπων με τον «Εβραίο τοκογλύφο» Σάιλοκ στον «Έμπορο της Βενετίας», τον Ιούλιο Βερν και τον ήρωά του Φιλέα Φογκ στον «Γύρο του κόσμου σε 80 μέρες», που σώζει την Ινδή χήρα από την πυρά στην οποία επέβαλε ο νόμος της χώρας να καεί μαζί με το νεκρό σύζυγό της, διαπράττει το αδίκημα του «πολιτισμικού ιμπεριαλισμού», κι έφτασε ακόμα και στις σύγχρονες «50 αποχρώσεις του γκρι» του συναινετικού μαζοχισμού, αλλά και στο σύγχρονο ευρωπαϊκό δικαστήριο, που αθώωσε μουσουλμάνο, ο οποίος χειροδικούσε μέχρι τραυματισμού τη γυναίκα του, με την... άδεια της Σαρία.
«Η λογοτεχνία κάνει ό,τι μπορεί για να τα πει... Χρέος μας είναι να βοηθήσουμε την κοινωνία, να πιάσουμε το κέντημα απ’ την ανάποδη, να δικάσουμε όπως ο κούκος και το αηδόνι. Έχει πιο πολλά όπλα η λογοτεχνία να μιλήσει απ’ ό,τι οι άλλοι...» τόνισε -μεταξύ άλλων- στην εισήγησή της, με θέμα «Όταν η λογοτεχνία ανοίγει το δρόμο στην ιστορία: μειονότητες», η καθηγήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών και συγγραφέας, Λένα Διβάνη, η οποία μίλησε για την «ιστορία ως λογοτεχνία» και τη «λογοτεχνία ως ιστορία, που καταφέρνει να προετοιμάσει την κοινή γνώμη, αλλάζοντας την αφήγηση». Αναφερόμενη, μάλιστα, στην «ιστορικά διακεκαυμένη ζώνη της μεταπολιτευτικής Ελλάδος, όταν τα εθνικά θέματα ήταν στο... φόρτε τους και οι εθνικοί εχθροί αενάως καραδοκούντες», όπως χαρακτηριστικά είπε, εντόπισε παραδείγματα χαρακτηρισμένων ως «επικίνδυνων» μειονοτήτων (Εβραίοι, Τσάμηδες, μουσουλμάνοι της Θράκης, Βλάχοι κ.ά.).
Με τις σημειώσεις της εισήγησής του στο... περιθώριο του φακέλου μιας δικογραφίας, ο δικηγόρος και λογοτέχνης («Το ασημόχαρτο ανθίζει»- μυθιστόρημα για τους μουσουλμάνους Τσάμηδες της γενέθλιας γης του, αλλά και το βραβευμένο «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» για την περίοδο της εισβολής του Αττίλα στην Κύπρο), Βασίλης Γκουρογιάννης, μίλησε για δικαστικές αποφάσεις που είναι πραγματικά λογοτεχνικά κείμενα, για το δικαστή που πρέπει να είναι άριστος γνώστης της γλώσσας και των εννοιών, αλλά και τη σκληρότητα του ατσαλιού με την οποία πρέπει να «δέσει την απόφασή του». Ενοχική, απολογητική («Σας τιμώ αλλά... έχω δέος απέναντί σας. Έχω την αίσθηση πως απολογούμαι συνεχώς για κάτι» έλεγε), απευθυνόμενη στους δικαστές συνέδρους, η συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη, συνέβαλε στην ημερίδα με «Μερικές σκέψεις» για τη σχέση των δυο όρων («Δικαιοσύνη και λογοτεχνία»).
-«Η διαδικασία της συγγραφής είναι η ίδια μια τελετουργία δικαιοσύνης...»
-«Όλη η ζωή μας στο αγνάντιο της δικαιοσύνης. Το άτυπο διαρκές δικαστήριο της κοινωνίας, το δικαστήριο της Ιστορίας που δε δίνει δικαίωμα αναψηλάφησης και... το δικαστήριο της συνείδησης, που δεν τελεσιδικεί. Κρατάει όρθια την τύψη...»
–«Νοσταλγώ τον σεβασμό να διασώσει ό,τι αξίζει από το χθες».
-«Τα τελευταία χρόνια σφυρίζουν γύρω μας συνεχώς οι αριθμοί και τα ποσά. Όλα καταλήγουν σ’ ένα δραματικό δια ταύτα. Ότι η ζωή μας όλη είναι... επί πιστώσει. Ας αποκαταστήσουμε τουλάχιστον τη νομιμότητα της ελπίδας».
«Τύφλα να ’χουν εκατό ημερίδες δικαίου... Μας δόθηκε σήμερα απέραντη ύλη. Οι δικαστές, στην πλειονότητά μας, είμαστε γόνοι μεσοαστικών οικογενειών, με μια ζωή... τακτοποιημένη, μακριά από άλλες κοινωνικές τάξεις- πολύ δε περισσότερο αυτές του περιθωρίου, τις οποίες καλούμαστε να δικάσουμε.
Η λογοτεχνία είναι ένα παράθυρο σ’ έναν κόσμο που δεν ξέρουμε. Η επιτυχία του δικαστή είναι να πει ότι προσπάθησε να αποδώσει δίκαιο... Κι αυτό να φαίνεται στην αιτιολογία μιας απόφασης. Δεν είναι δυνατό να έχουμε... αυτιστικούς δικαστές, οι αποφάσεις των οποίων δεν αποδίδουν δίκαιο, αλλά είναι μόνο απολιθώματα αποφάσεων...» δήλωσε, ενθουσιασμένος, στη λήξη των εργασιών της ημερίδας, ο Μιχαήλ Πικραμένος, σύμβουλος της Επικρατείας και γενικός διευθυντής της Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.
Κλείνοντας τη σπουδαία αυτή ημερίδα ο πρόεδρος Εφετών Δ.Δ. και διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Κατεύθυνσης Διοικητικής Δικαιοσύνης στη Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, Ηλίας Κοντοζαμάνης, είπε: «Η σημερινή ημερίδα είναι ένα αγγελόκρουσμα στην πόρτα της δικαιοσύνης, που με την ανταπόκριση που είχε, πιστεύουμε ότι η πόρτα αυτή άνοιξε, και δέχθηκε το λόγο τον κοινωνικό, τον πολιτικό, τον ποιητικό, και δέχτηκε μαζί του με ένα αδιόρατο υφάδι, που μοιάζει με όνειρο που σπιθίζει, αντρειεύει, γιγαντώνεται και σε συνεπαίρνει. Έτσι μας συνεπήρε και μας και μαζί μ’ όλα τα άλλα μας γνώρισε και τους ανθρώπους, όχι της διπλανής, αλλά της ίδιας πόρτας, τους συναδέλφους μας, που δεν ξέραμε ότι τόσοι πολλοί ασχολούνται με τις καλές τέχνες, με τη ζωγραφική, την ποίηση, τη λογοτεχνία, τη μουσική. Για αυτές τις πολυσχιδείς προσωπικότητες, είμαστε περήφανοι, αλλά και για όλους τους άλλους που κοινωνούν με τον πλούτο αυτό της γενικής παιδείας, είμαστε σίγουροι ότι θα κριθούν….. από τις αρχές της δικαιοσύνης ως ιδέας και της επιείκειας, γιατί το σφάλειν ανθρώπινο το συγχωρείν θεϊκό». ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ηλίας Κοντοζαμάνης
Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ. και διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Κατεύθυνσης Διοικητικής Δικαιοσύνης στη Σχολή Δικαστικών Λειτουργών

«Όταν ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο… να συζητάμε με το γενικό διευθυντή για την οργάνωση της ημερίδας αυτής, που αφορά στην κατάρτιση των σπουδαστών της 21ης εκπαιδευτικής σειράς της ΕΣΔΙ, δε φανταζόμασταν ποτέ ότι θα έπαιρνε αυτή την έκταση και θα την αγκάλιαζε, όχι μόνο το σύνολο των συναδέλφων μας και ο νομικός κόσμος της Θεσσαλονίκης, αλλά και όλος ο πνευματικός κόσμος γενικότερα. Αυτό φαίνεται και από τη… συμμετοχή στην ημερίδα, αλλά και από τα άπειρα μηνύματα που παίρνουμε μέσω διαδικτύου.
Ο δικαστής στη σύγχρονη εποχή δεν μπορεί να είναι ο δικαστής που γνωρίζει μόνο τους νόμους ή τη νομολογία, αλλά πρέπει να είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, το οποίο συχνά μεταβάλλεται δημιουργώντας νέα κοινωνικά φαινόμενα ή επιτείνοντας την έξαρση των ήδη υπαρχόντων, όπως η κοινωνική βία, η μη αποδοχή της διαφορετικότητας, οι αλλοδαποί, οι μειονότητες, η οικονομική εξαθλίωση και άλλα πολλά.
Δεν είναι δυνατόν, λοιπόν, ο σύγχρονος δικαστής του 21ου αιώνα σε μια εποχή ιδιαιτέρως μεταβατική, σε μια εποχή ναι μεν ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά και έντονης αμφισβήτησης αξιών και παλαιών προτύπων, να μένει κλεισμένος στο γραφείο του και να παρακολουθεί ως θεατής να περνούν μπροστά του τα φαινόμενα αυτά σαν κινηματογραφική ταινία. Πρέπει να βρίσκεται μέσα στην κοινωνία, ν’ ακούσει τον παλμό της και να έχει τα εφόδια εκείνα, ώστε να εφαρμόσει το νόμο σύμφωνα με το δέον γενέσθαι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η λογοτεχνία μετουσιώνει το κοινωνικό γίγνεσθαι και πολλές φορές προηγείται του θετικού δικαίου και γίνεται αφορμή είτε για να τεθεί για πρώτη φορά κάποιος κανόνας δικαίου είτε για να συμπληρωθεί ή να αντικατασταθεί, γιατί η δικαιοσύνη δεν είναι αυτοσκοπός, είναι κοινωνικό ιδεώδες και ηθική αξία, είναι το αλάτι της γης, όπως έχει λεχθεί, το οποίο πρέπει να γευθεί όλη η κοινωνία, διαφορετικά θα μείνει στις αλυκές. Το έργο του δικαστή δε συνδέεται μόνο με νομικές γνώσεις, αλλά και με ιδέες, με ηθικές αξίες και με κανόνες συμπεριφοράς, γιατί το πρόσωπό του καθίσταται πρωταγωνιστής της δικαιοσύνης και συγχρόνως το μέτρο με βάση το οποίο κρίνεται αν επικράτησε σε ορισμένο τόπο και χρόνο η δικαιοσύνη.
Η Σχολή Δικαστών, που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη πριν από 20 χρόνια, έχει σκοπό να διδάξει συμπεριφορές, να σμιλεύσει χαρακτήρες, να οπλίσει συνειδήσεις, να οικοδομήσει ήθος, να θωρακίσει παρρησία και να εμπλουτίσει γνώσεις, ώστε να καταστήσει τους νεοεισερχόμενους δικαστές, όχι απλώς αδέκαστους και με άμεμπτο φρόνημα προσηλωμένους στην ιδέα του δικαίου, αλλά και ηθικά διορατικούς αντίκρυ στα επίδικα, συχνά περίπλοκα νομικά προβλήματα που καλείται να επιλύσει.
Η ημερίδα είναι ένα αγγελόκρουσμα στην πόρτα της δικαιοσύνης που με την ανταπόκριση που είχε, πιστεύουμε ότι η πόρτα αυτή άνοιξε, και δέχθηκε το λόγο τον κοινωνικό, τον πολιτικό… και δέχτηκε μαζί του με ένα αδιόρατο υφάδι, που μοιάζει με όνειρο που σπιθίζει, αντρειεύει, γιγαντώνεται και σε συνεπαίρνει. Έτσι μας συνεπήρε και μας και μαζί μ’ όλα τα άλλα μας γνώρισε και τους ανθρώπους όχι της διπλανής αλλά της ίδιας πόρτας, τους συναδέλφους μας, που δεν ξέραμε ότι τόσοι πολλοί ασχολούνται με τις καλές τέχνες, με τη ζωγραφική, την ποίηση, τη λογοτεχνία, τη μουσική.
Για αυτές τις πολυσχιδείς προσωπικότητες, είμαστε περήφανοι, αλλά και για όλους τους άλλους που κοινωνούν με τον πλούτο αυτό της γενικής παιδείας είμαστε σίγουροι ότι θα κρίνουν διαπνεόμενοι από τις αρχές της δικαιοσύνης ως ιδέας και της επιείκειας, γιατί το σφάλειν ανθρώπινο, το συγχωρείν θεϊκό.
Τι να πω εγώ για τους εισηγητές, η ανταπόκριση του κόσμου τα λέει όλα και αποτελεί απόδειξη το πόσο δεμένη είναι η δικαιοσύνη με τη λογοτεχνία. Είναι η πρώτη φορά που έπειτα από ημερίδα που οργανώνεται από δικαστές, θέλεις να βάλεις τα χέρια πίσω από το κεφάλι και να ονειρευτείς».

Ο Ηλίας Κοντοζαμάνης γεννήθηκε στην Καλαμάτα, στην οποία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο 2ο Γυμνάσιο Καλαμάτας. Φοιτητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ακολούθησε το δικαστικό κλάδο Διοικητικής Δικαιοσύνης, υπηρέτησε στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στην Πάτρα, στην Τρίπολη και τώρα είναι πρόεδρος Εφετών στη Δ. Εφετών Θεσσαλονίκης. Από πρώτη Σεπτέμβρη του 2014 ορίστηκε από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Δ. Δικαιοσύνης διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης Κατεύθυνσης Δ. Δικαιοσύνης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, ενώ στις εκλογές που έγιναν στις 20 Σεπτεμβρίου 2014 εκλέχθηκε παμψηφεί πρόεδρος της Τριμελούς Διοίκησης του Τριμελούς Εφετείου Δ. Δικαιοσύνης Θεσσαλονίκης.

 

Μιχαήλ Πικραμένος
Σύμβουλος της Επικρατείας και γενικός διευθυντής της Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.

«Ο μεγάλος φιλόσοφος του δικαίου, Ronald Dworkin, στο έργα του Taking Rights Seriously και Law’s Empire παρομοίωσε το δικαστή με τον Ηρακλή, δηλαδή έναν άνθρωπο μεγάλης διανοητικής δύναμης και υπομονής, ο οποίος πρέπει να λύνει υποθέσεις που απαιτούν σύνθετη νομική ερμηνεία. Ο Ronald Dworkin θεωρεί το δικαστή ως δημιουργό, οι αποφάσεις του οποίου είναι τμήμα ενός μακροσκελούς αφηγήματος που είναι η νομολογία, το οποίο θα πρέπει να συνεχίσει με τη συμβολή της προσωπικής του κρίσης. Μάλιστα, συγκρίνει τη λογοτεχνία με τα νομικά λέγοντας ότι με τον ίδιο τρόπο που μια ερμηνεία στα πλαίσια ενός αλυσιδωτού μυθιστορήματος αποτελεί για τον κάθε ερμηνευτή μια λεπτή στάθμιση διαφορετικών λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών στάσεων, έτσι και στα νομικά η ερμηνεία συνίσταται σε μια λεπτή στάθμιση μεταξύ διαφορετικών πεποιθήσεων.
Στα νομικά, όπως και στη λογοτεχνία, οι πεποιθήσεις πρέπει να είναι αλληλένδετες αλλά ταυτόχρονα και αυτοτελείς, ώστε να επιτρέπουν μια συνολική κρίση, η οποία να ισοσκελίζει την επιτυχία μιας ερμηνείας σε ένα επίπεδο με την αποτυχία της στο άλλο.
[…] Είναι προφανές ότι ο δικαστής πρέπει να διαθέτει οπλισμό και εφόδια που να του επιτρέπουν να πραγματοποιεί τη σύνθετη διανοητική πνευματική εργασία για την οποία είναι προορισμένος. Αυτόν τον οπλισμό και αυτά τα εφόδια δεν πρέπει να τα λαμβάνει μόνο από τον κύκλο της νομικής επιστήμης και από συζητήσεις με ομότεχνους και συναδέλφους του, αλλά οφείλει να τα αναζητεί στο ευρύτερο διανοητικό πνευματικό περιβάλλον της χώρας που ζει και του κόσμου ολόκληρου εντός του οποίου κινείται. Αν ο δικαστής περιορίζεται αυστηρά στον κύκλο της επιστήμης του και των ομοτέχνων του, απομακρύνεται, χωρίς και ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται, από τα σύγχρονα ρεύματα που διασχίζουν την κοινωνία και την οικονομία. Πρέπει να αντλεί έμπνευση από τα ερεθίσματα και τις παραστάσεις που προσλαμβάνει από την κοινωνία, από την επαφή του με τον κόσμο του πνεύματος και της τέχνης, από τις σύγχρονες τάσεις στην τεχνολογία, από τις μελέτες κειμένων και έργων που προάγουν τη διανοητική του δεινότητα και την αισθητική του αντίληψη. Η σχέση δικαίου και αισθητικής αποδεικνύεται, άλλωστε, από την ανάπτυξη της αισθητικής του δικαίου ως αυτοδύναμου κλάδου της θεωρίας του δικαίου. Θεωρητικοί του δικαίου και της φιλοσοφίας σημειώνουν ότι οι βασικές λειτουργίες της συνείδησης είναι τρεις: η θεωρητική, που αναφέρεται στην εύρεση της αλήθειας μέσω της διάνοιας, η πρακτική, που αποβλέπει στην πραγμάτωση του ηθικού νόμου μέσω του Λόγου και η αισθητική, που αναφέρεται στην ομορφιά, η οποία θεάται και αντιλαμβάνεται εποπτικά μέσω της φαντασίας. Στην πραγματικότητα και οι τρεις λειτουργίες συνυφαίνονται μέσα στη συνείδηση και με την κίνησή τους συνθέτουν τον πνευματικό μας βίο. Η γνώση οδηγεί στην πράξη, η πράξη τρέφεται από τη γνώση και η καλαισθησία ως καλλιέργεια του ωραίου διασταυρώνεται με τη γνώση. Το δίκαιο ως προϊόν της ανθρώπινης βούλησης ανήκει στην πρακτική σφαίρα αλλά συνδέεται τόσο με τη θεωρητική όσο και με την αισθητική λειτουργία. Το δίκαιο δεν είναι τέχνη αλλά τούτο δε σημαίνει ότι βρίσκεται έξω από την περιφέρεια της αισθητικής, ο κύκλος του αισθητικού έχει πλάτος μεγαλύτερο από τον κύκλο του καλλιτεχνικού. Η αισθητική διαπερνά το δίκαιο όπως κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας, το ωραίο ανθεί κάτω από το δένδρο του δικαίου, όπως και κάτω από το δένδρο της γνώσης και της αρετής. Η αισθητική του δικαίου εμφανίζεται, μεταξύ των άλλων, ως αισθητική του δικαιϊκού λόγου, ο οποίος διέπεται από τον κανόνα του ύφους, ως ύφος δε ορίζεται ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης που αποκλίνει από το κοινό γλωσσικό πρότυπο και δίνει εξατομικευμένη απόχρωση στο λόγο. Το δικαιϊκό ύφος διακρίνεται από το λογοτεχνικό ύφος, το τελευταίο είναι συγκινησιακό, ενώ το πρώτο είναι διανοητικό, συναισθηματικά ψυχρό, δε θαυμάζει, δεν απορεί, δεν λυπάται, δεν ειρωνεύεται, δεν επιδοκιμάζει, δεν αμφιβάλλει. Στο δικανικό λόγο το ύφος της δικαστικής απόφασης προσδιορίζεται από το μορφολογικό της χαρακτήρα που είναι, αφενός, πράξη πολιτειακή και, αφετέρου, έργο επιστημονικό».

Γεννήθηκε το 1960 στην Καλαμάτα. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στη Νομική Σχολή ΑΠΘ και το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Επίσης είναι: Απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Διδάκτωρ του Πανεπιστήμιου Αθηνών, με μετεκπαίδευση στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Οξφόρδης. Δικαστής του Συμβουλίου της Επικρατείας από το 1989, ενώ από το 2011 στο βαθμό του συμβούλου επικρατείας. Επίκουρος καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ. Εκπρόσωπος της Ελλάδος σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Πρόεδρος και μέλος νομοπαρασκευαστικών επιτροπών. Γενικός διευθυντής της Σχολής Δικαστών για την τριετία 2013-2016.

Πρόσφατα Άρθρα