Συνέντευξη στο Δημήτρη Κοσμόπουλο

«Στο νεώτερο ελληνικό βίο η ποίηση είναι ό,τι πιο αληθινό έχουμε»

Το Δεκέμβριο του 2013 το ποιητικό έργο του Δημήτρη Κοσμόπουλου ήρθε στο προσκήνιο και συζητήθηκε μέσα από μια μεγάλη διεθνή διάκριση. Του απονεμήθηκε σε ειδική τελετή στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια το Διεθνές Βραβείο Κ.Π. Καβάφη, το οποίο απονέμεται ανά διετία σε ποιητή που γράφει στην ελληνική γλώσσα για το σύνολο του έργου του. Στα τέλη του 2014 ο ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος εξέδωσε το καινούργιο ποιητικό του βιβλίο. Το «Κατόπιν Εορτής» κυκλοφορήθηκε σε μια άκρως καλαίσθητη και χειροποίητη πανόδετη έκδοση από τις μαστορικές εκδόσεις Ερατώ, με έναν πίνακα του ξεχωριστού ζωγράφου Μάρκου Καμπάνη. Ταυτοχρόνως, εξεδόθη στα Τίρανα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Νeraida το βιβλίο Ujevara e qiellit (Ο Καταρράκτης του Ουρανού), με σαράντα ποιήματά του μεταφρασμένα στα αλβανικά.
Το «Κατόπιν Εορτής» είναι το όγδοο ποιητικό βιβλίο του καταγόμενου από τη Μεσσηνία Δημήτρη Κοσμόπουλου. Παράλληλα, έχει εκδώσει και τρία βιβλία δοκιμίων για θέματα λογοτεχνίας. Μεταφρασμένος στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και στα αραβικά, έχει ήδη κατακτήσει, κατά κοινή ομολογία της κριτικής, το δικό του ξεχωριστό στίγμα στη νεότερη ποίησή μας.
Μέσα στο 2015 θα έχουν εκδοθεί βιβλία με μεταφρασμένα ποιήματά του στη Γαλλία και την Ιταλία. Εδώ και δύο περίπου χρόνια διευθύνει το ανανεωμένο περιοδικό Νέα Ευθύνη, το οποίο ήδη έχει διαμορφωθεί σε έναν τόπο συνάντησης των σοβαρότερων τάσεων της σημερινής λογοτεχνικής, μεταφραστικής, δοκιμιακής και εικαστικής έκφρασης στην πατρίδα μας.
Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή το καινούργιο του βιβλίο:

-Στο βιβλίο «Κατόπιν Εορτής», στοιχειώνουν πρόσωπα της ποιητικής μας παράδοσης. Γιατί;
Η ποιητική λειτουργία και πράξη είναι πάντοτε μια συνομιλία. Πολύ μακριά από την αφελή άποψη ότι η ποίηση είναι απλή καταγραφή συναισθημάτων, ο ποιητικός λόγος οικοδομείται πάνω στα θεμέλια των προγενέστερων λυρικών επιτευγμάτων, τα οποία διασταυρώνονται με τα προσωπικά βιώματα του δημιουργού. Στο συγκεκριμένο βιβλίο επεδίωξα να συνομιλήσω με τα πρόσωπα και το έργο ποιητών που βασανίστηκαν και μαρτύρησαν στον επίγειο βίο τους αφήνοντας μέσα στους στίχους τους την πολύτιμη περιουσία της υψηλής εκφραστικής.
Κάποιοι από αυτούς ( ο Ρίτσος και ο Καρούζος) υπήρξαν δάσκαλοί μου και τους έζησα από κοντά. Άλλοι, όπως ο Λάγιος και ο Μπράβος, ήταν αδελφικοί μου φίλοι. Και με άλλους, μεγάλωσα διαβάζοντας το έργο τους από μικρό παιδί. Συνολικά είναι δώδεκα: ο Σολωμός, ο Κρυστάλλης, ο Βιζυηνός, ο Μητσάκης, ο Φιλύρας, ο Εγγονόπουλος, ο Παπαδίτσας, ο Μπράβος, ο Καρούζος, ο Ρίτσος και ο Λάγιος. Κι ένας Ρώσος που μαρτύρησε, και πέθανε εξόριστος σε σταλινικό στρατόπεδο συγκέντρωσης: ο Ιωσήφ Μαντελστάμ, του οποίου ένα ποίημα από τα τελευταία του, σε δική μου απόδοση, περιλαμβάνεται στο βιβλίο.
Τα δύο ποιήματα που αναφέρονται στο Διονύσιο Σολωμό τοποθετούνται χρονικά στα 1856 και στα 1857. Την προτελευταία και την τελευταία χρονιά της επίγειας βασανισμένης ζωής του ποιητή που εύκολα τον ταχτοποιήσαμε ως «εθνικό» και ξεμπερδέψαμε μαζί του. Βεβαίως είναι εθνικός ποιητής ο Σολωμός. Αλλά για το «μέσα πλούτο» της γλώσσας που μας χάρισε και της συνείδησης που φανέρωσε. Δεν είναι τυχαίο ότι αρνήθηκε να επισκεφτεί την κρατική Ελλάδα και να συμμεριστεί τα καμώματά της. Ούτε ότι πέθανε αλκοολικός και κατάμονος στην Κέρκυρα το 1857.
Ο Κρυστάλλης, λόγου χάριν, φέρνοντας την καθαρότητα των νερών του δημοτικού τραγουδιού, καταδιωγμένος από τους Τούρκους έρχεται εξόριστος στην Αθήνα άγουρο παιδί και πεθαίνει φθισικός στα είκοσι έξι του χρόνια, ενώ το κράτος απορρίπτει κάθε αίτημά του, έστω και για ένα μικρό επίδομα.
Ο Βιζυηνός, ο Μητσάκης και ο Φιλύρας, ξεχωριστά σπουδαίοι, ο καθείς με τον τρόπο του, πεθαίνουν ως τρελοί, έγκλειστοι στο Δρομοκαΐτειο και, μάλιστα, νοσηλευμένοι σε διαφορετικές χρονικές περιόδους στο ίδιο δωμάτιο.
Ο Παπαδίτσας από τους τρέχοντες ποιηματογράφους φωνασκούς αγνοείται, ο Καρούζος έσβησε σαν κερί δίχως χρήματα για τα νοσήλιά του, ο ωκεάνειος Ρίτσος από ελάχιστους έχει διαβαστεί, σταυρωμένος με την ταμπέλα είτε του κομματικού ποιητή είτε του ασήμαντου πολυγράφου.
Ο Εγγονόπουλος απομονώθηκε πλήρως από το σινάφι των γραμματανθρώπων. Τα ίδια και οι υπόλοιποι.

-Έχετε πολλές φορές γράψει σε δοκίμιά σας για την ενότητα της λυρικής παράδοσης. Πώς την εννοείτε;
Στις μέρες μας αντιστρέφονται τα πράγματα μέσα σε μια μεγάλη σύγχυση και αφαιμάσσονται οι σημασίες τους. Έτσι, ως «λυρισμός» νοούνται τα ωραία λόγια, όπως έλεγε ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός. Όμως, η λυρική παράδοση είναι κάτι βαθύτερο και πλατύτερο και αφορά όσους μιλούν και σκέπτονται ελληνικά. Πρόκειται για τη βαθύτερη υποστατική δίψα για νόημα αληθινό στη ζωή, και για συγκρότηση κοινωνίας, πάνω στα θεμέλια της αγάπης και της θυσίας. Έτσι ορίζουν τη λυρική παράδοση οι σπουδαίοι δημιουργοί της ποιητικής μας έκφρασης. Από τον Σολωμό που ονομάζει τον λυρισμό «ψηλό δέντρο που ηχολογά κι αστράφτει», μέχρι τον Παλαμά, ο οποίος στα κορυφαία κριτικά του κείμενα μιλά για το λυρισμό του «εγώ», ο οποίος συναντιέται με το λυρισμό του «εμείς» και φθάνει τελικά στην αδελφοσύνη με όλους τους ανθρώπους, στο λυρισμό των «όλων». Στην ίδια γραμμή εμπειρικής αποτύπωσης ο Άγγελος Σικελιανός μιλά για το λυρισμό, όχι ως αισθητικό επίτευγμα μόνον, αλλά ως συνολική πνευματική προοπτική. Η λυρική παράδοση είναι ενιαία και αδιαίρετη. Από τον Όμηρο μέχρι την υμνογραφία της εκκλησίας, και από εκεί μέχρι τα ακριτικά έπη και τα δημοτικά τραγούδια, κι ύστερα, ως τον Σολωμό και όλους τους αληθινούς ποιητές μας μέχρι σήμερα. Αποτελεί μέγιστη παραχάραξη και παρανάγνωση να δημιουργούμε τάφρους και να πετάμε από άγνοια ή μικρόνοια, όλη την προγενέστερη ποιητική παραγωγή, επιμένοντας στην ασύδοτη ευκολογραφία.

-Το «Κατόπιν Εορτής» είναι το όγδοο ποιητικό σας βιβλίο. Έχετε εκδώσει και τρία βιβλία με δοκίμια πάνω σε θέματα λογοτεχνίας. Πώς ήταν μέχρι τώρα η διαδρομή; Γεμάτη δυσκολίες και εμπόδια που όμως ισοσκελίζονται από πλούσιες χαρές. Και πάνω απ’ όλα, από τη χαρά της προσήλωσης στο καίριο, που δεν είναι άλλο από τη μέγιστη δυνατή ταύτιση των βιωμάτων με τις λέξεις. Με χαροποιεί η αποδοχή της εργασίας μου από εκείνους που καταλαβαίνουν. «Από τους νομοθέτας εις των ιδεών την πόλιν», που θα ’λεγε ο Καβάφης. Προσπαθώ να κάνω όσο γίνεται πιο σωστά τη δουλειά μου. Οι κριτικοί και οι παλιότεροι ομότεχνοι κάνουν τη δική τους. Ήδη τα πρώτα κείμενα για το βιβλίο «Κατόπιν Εορτής» έχουν γραφεί, και μεταφραστές όπως η Αnne Personnaz, μεταφράστρια στα γαλλικά του έργου του Ρίτσου, και ο Nicola Crocceti, Ιταλός νεοελληνιστής, έχουν μεταφράσει τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου. Στο βιβλίο αυτό προσπάθησα να μιλήσω για τα δικά μου βάσανα και τα βάσανα του τόπου μας σήμερα, κοινωνώντας τα βάσανα αλλά και τη λάμψη της τέχνης παλαιότερων ποιητών, με τους οποίους συνομιλώ από μικρό παιδί. Τίποτα περισσότερο. Όσο για τα δοκίμιά μου, λειτουργούν παραπληρωματικά: «η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου», έγραφε ήδη από το 1936 ο λεπταίσθητος ποιητής και κριτικός μας Τέλλος Άγρας.
Η ποίηση δεν είναι οι προθέσεις, λοιπόν, αλλά το κάθε φορά κρυσταλλωμένο ποιητικό αποτέλεσμα. Τα κριτικά μου δοκίμια έρχονται ως παραπλήρωμα στον προβληματισμό και τον αγώνα για την καίρια μορφή και έκφραση. Αφού σημασία δεν έχει στην ποίηση τι λες, αλλά πώς το λες.

-Ποιοι σας επηρέασαν; Ποιοι είναι οι δάσκαλοί σας;
Όλοι οι ποιητές που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, αλλά και άλλοι, αποτελούν τους δρομοδείκτες. Η συνομιλία δεν έχει τέλος. Μέσα στο λυρικό οικοδόμημα εντάσσονται και οι ποιητές άλλων γλωσσικών παραδόσεων, τα επιτεύγματα των οποίων οφείλουμε να μελετούμε. Όμως, θα ήμουν μικρόψυχος εάν δεν ανέφερα τη μακροθυμία και την αγάπη με την οποία με δέχτηκαν από το πρώτο κιόλας βιβλίο μου, οι συγκαιρινοί σημαντικοί μας ποιητές: από την Κική Δημουλά μέχρι το λεπταίσθητο συντοπίτη μας Γιώργο Μαρκόπουλο, τον Μιχάλη Γκανά, τον Νάσο Βαγενά, τον Αντώνη Φωστιέρη, τον αείμνηστο Γιάννη Κοντό κ.ά.

-Η ποίηση για εσάς είναι μέσον ή σκοπός;
Είναι και μέσον και σκοπός. Η ποίηση όταν είναι ποίηση, μας λέει και μας δείχνει πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε να πούμε εμείς γι αυτήν. Η γλώσσα στην ποίηση ανάγεται στην έσχατη συγκινησιακή της χρήση. Τα σημαίνοντα-οι λέξεις-ταυτίζονται με τα σημαινόμενα. Δηλαδή, με τα βιώματα, τις σκέψεις και τα αισθήματα. Το ποιητικό αποτέλεσμα, με άλλα λόγια το κατορθωμένο ποίημα, λειτουργεί παραπεμπτικά: δείχνει το άρρητο και το ανέκφραστο, το οποίο παρότι δε λέγεται, εν τούτοις φανερώνεται μέσα στο ποίημα. Δείχνει τη βαθύτερη αλήθεια, έναν άλλο μυστικό χωροχρόνο, πέρα από την ανάγκη και τον καταναγκασμό, στον οποίο όλοι βρίσκουμε στοιχεία του δικού μας προσώπου και των δικών μας εμπειριών.

-Ποια μπορεί να είναι η επίδραση της ποίησης σε καιρούς κρίσης όπως η τωρινή στη χώρα μας;
Ας μην τρέφουμε αυταπάτες. Ποτέ η ποίηση δεν είχε μεγάλο κοινό. Η ανάγνωση της ποίησης και η πρόσληψή της είναι δημιουργική πράξη ισόκυρη με την παραγωγή της. Σας θυμίζω τα ελάχιστα αντίτυπα στα οποία κυκλοφορούνταν στις πρώτες τους εκδόσεις τα βιβλία του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου. Ωστόσο, είμαστε ένας λαός που η ποίηση είναι ενστικτωδώς ριζωμένη στα κινήματα της ψυχής του. Προσευχόμαστε και τραγουδάμε ποιητικά για χιλιετίες. Άρα το έδαφος είναι πρόσφορο και η ποίηση σήμερα μπορεί να αφορά όλους τους Έλληνες. Μπορεί, μάλιστα, να καθαρίσει την όρασή μας για να δούμε με αυτεπίγνωση όλες τις κακοδαιμονίες μας. Η ποίησή μας μπορεί σήμερα να μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι η διαβόητη κρίση δεν είναι μόνον οικονομική. Αυτό είναι παράγωγο. Πρωτίστως, όμως, η κρίση είναι ζήτημα πνευματικών προσανατολισμών, και νοήματος. Οφείλουμε να ξαναβρούμε το νόημα που έχει διαρραγεί.

-Εξακολουθείτε να επιμένετε ότι στο νεότερο ελληνικό βίο η τέχνη και ειδικότερα η ποίηση, είναι ό,τι πιο αληθινό έχουμε;
Αναντίρρητα ναι. Το φως των Ελλήνων το διέσωζαν πάντα οι αληθινοί ποιητές. Επιλέγοντας το μαρτύριο από την αντιπαροχή και το, μέχρι σκασμού, φαγοπότι, πάνω στα σπλάγχνα του παραδομένου συλλογικού μας βίου. Κι είτε οδηγούνταν στην πρόωρη εξόντωση, είτε στα σανατόρια και στα ψυχιατρεία, είτε στην παρανάγνωση και στην κίβδηλη δημόσια παραχάραξη. Η συνομιλία μου με τους ποιητές μας έχει χαρακτήρα μαθητείας και υπακοής. Τους αφήνω να με οδηγήσουν στους θαυμαστούς τρόπους με τους οποίους κρυστάλλωσαν τη βαθύτερη ψυχή ενός κόσμου που μέχρι σήμερα βγαίνει στο σφυρί, εκποιείται στη σκύλευση και στον πλειστηριασμό, αλλά αντέχει.
Στα ποιήματα του «Κατόπιν Εορτής» ο Σολωμός, ο Βιζυηνός, ο Μητσάκης, ο Κρυστάλλης, ο Φιλύρας, ο Εγγονόπουλος, ο Καρούζος, ο Μαντελστάμ, ο Ρίτσος, ο Παπαδίτσας, ο Μπράβος, ο Λάγιος είναι οι δειπνοκλήτορες στο τραπέζι μιας γιορτής, που διαρκεί μέσα από το μαρτύριο και το θάνατο, ως αναστημένη αγάπη.

-Από το πρώτο βιβλίο, το «Λατομείο», εντοπίστηκε από την κριτική το έμμετρο στοιχείο στην ποίησή σας. Μιλήστε μας γι’ αυτό.
Στα βιβλία των δοκιμίων μου έχω προσπαθήσει να απαντήσω. Εν τάχει ξαναθυμίζω: Προσλαμβάνω την ποιητική παράδοση ως ενιαίο γεγονός. Οι τομές, τα ανανεωτικά κινήματα και οι επαναστάσεις στον ποιητικό λόγο επιβεβαιώνουν αυτήν την ενότητα. Το ποιητικό γεγονός εμφανίζεται σύμφυτο με την ιστορία και την αίσθηση της ιερότητας στον άνθρωπο, έρρυθμο και εμμελές. Από την εποχή του Ομήρου και των επών του Γκιλγκαμές. Μια στρεβλή αντίληψη περί προόδου θέλησε το σύγχρονο άνθρωπο αμνήμονα και μη συνομιλούντα με το παρελθόν του. Τις τραγικές επιπτώσεις τις ζούμε στο κοινωνικό πεδίο. Όμως, η μνήμη και η ιστορία δε σταματούν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο… Έχουν μεγαλύτερο, ασύλληπτο, χρονικό και ποιοτικό βάθος. Οι ποιητές το γνωρίζουν καλά αυτό. Κι όπως μεγάλοι δημιουργοί σαν τον Πικάσο, πριν σπάσουν τις καθιερωμένες μορφές, απέδειξαν ότι τις γνωρίζουν καλά και στο σχέδιο και στο χρώμα, έτσι και στην ποίηση εκείνοι που υπήρξαν οι πρωτοπόροι του μοντερνισμού, έγραψαν πολλά από τα ωραιότερα ποιήματά τους σε έμμετρο στίχο. «Στίχος» σημαίνει συγκεκριμένη στοίχιση των λέξεων, ώστε να παράγεται από τη γλώσσα διαφορετικό αποτέλεσμα. «Να χωρίζεις τον στίχο από την ποίηση, είναι μια σύγχρονη τρέλλα, που οδηγεί στον εκμηδενισμό της τέχνης», έγραφε στον Πρόλογό του στα «Άνθη του κακού», ο πρωτοπόρος του μοντερνισμού Κάρολος Μπωντλαίρ, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνος. Πράγμα που αγνοεί η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που γράφουν ποίηση στην Ελλάδα σήμερα. Των «ποιηματογράφων» όπως έλεγε ο ποιητής Ν.Δ. Καρούζος. Όσων, δηλαδή, ζώντας σε μιαν ανερμάτιστη παράκρουση αισθηματολογικής ασυδοσίας παράγουν το μέσο όρο ενός κορεσμένου και άτακτου «ποιητικού» χυλού. Λίγοι Έλληνες ποιητές σήμερα αποδεικνύουν με το έργο τους ότι γνωρίζουν τα μυστικά της τέχνης τους, -την τεχνική που είναι μέρος του ποιητικού οράματος- και παράγουν υψηλή ποίηση με εσωτερική ρυθμική αγωγή, με εμμετρότητα και προσωδιακή τάξη. Αποδεικνύουν ότι οι κατακτήσεις του μοντερνισμού μπορούν να συγκραθούν με τις έμμετρες παλαιές μορφές και να ανανεώσουν τα τελματωμένα πράγματα στην ποίησή μας. Αν ανήκω σ’ αυτούς, είναι μεγάλη μου τιμή. Διότι πέρα από τον προαναφερθέντα ποιητικό χυλό της άμουσης ασυδοσίας, αναπτύσσεται και μια άλλη χειροτεχνία: ένας ρετρό μιμητισμός και μια μηχανιστική αντίληψη για την ομοιοκαταληξία. Αυτά δε με αφορούν.

-Έχετε μεταφράσει ποιητές από άλλες γλώσσες. Η μετάφραση είναι μέρος του έργου ενός ποιητή;
Η ποίηση, κακά τα ψέματα, δε μεταφράζεται. Και ο Έλιοτ, και άλλοι μεγάλοι ποιητές, όπως ο Άγγλος Ρόμπερτ Φροστ, τονίζουν ότι μετάφραση είναι αυτό που χάνεται κατά την απόδοση ενός ποιήματος. Όμως, ταυτοχρόνως, η μετάφραση παραμένει πρωτογενής ποιητική δημιουργία. Εξηγούμαι: δημιουργία ενός καινούργιου ποιήματος, εξίσου πρωτότυπου με τα πρωτογενή ποιήματα, το οποίο να κρατάει το κλίμα, την ποιητική ατμόσφαιρα και τα μορφικά επιτεύγματα του ποιήματος μιας άλλης γλώσσας. Από το Σολωμό μέχρι τον Σεφέρη και τον Παπατσώνη, η ελληνική ποίηση αξιώθηκε από πλουσιοπάροχες τέτοιες δημιουργικές απόπειρες.

-Βραβείο Έλληνα Λυρικού Ποιητή 2005,της Ακαδημίας Αθηνών, Διεθνές Βραβείο Κ.Π. Καβάφη 2013. Τι σημαίνουν για έναν ποιητή οι βραβεύσεις;
Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από την αναγνώριση. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, είναι ανειλικρινής. Το να αναγνωρίζεται η ποιητική σου εργασία δημόσια, είναι κάτι που σου δίνει κουράγιο και χαρά. Αλλά προσοχή, είναι άλλο πράγμα να βραβεύεσαι, και άλλο πράγμα να επιζητάς την βράβευση, καθιστάμενος γραφικός βραβειοθήρας. Ο πειρασμός είναι μεγάλος. Προσπαθώ όσο επιτρέπει η αδυναμία μου, να εφαρμόζω την προτροπή του Γιάννη Ρίτσου: κάθε καινούργιο βιβλίο είναι ένα άλμα στο κενό και ως μοναδικό «αντίπαλο» έχει το προηγούμενο βιβλίο, το προηγούμενο επίτευγμα. Άρα εκείνος που πρέπει πάντα να νικιέται, είναι ο προγενέστερος εαυτός μας.

-Ποια είναι η σχέση της ποίησής σας με το γενέθλιο τόπο σας και τη Μεσσηνία.
Με κάνετε να θυμηθώ τη σοφή εκτίμηση ότι όλοι μας είμαστε βιαίως εξόριστοι από την παιδική μας ηλικία. Το χωριό που γεννήθηκα, το Κοντογόνι της ορεινής Πυλίας, τα βουνά και οι θάλασσες της πόλης που μεγάλωσα, της υδάτινης και μυριστικής Καλαμάτας, δεν είναι μόνον τόποι μόνιμης αναφοράς. Είναι ψυχικά τοπία που καταρδεύουν την ύπαρξη, με τον τρόπο που ο Ελύτης μιλούσε για τη μεταμόρφωση του τόπου σε ψυχικό ανάλογο. Για να μιλήσω με τον τρόπο του Παπαδιαμάντη: «η ψυχή μου ήτο πάντοτε προς τα μέρη εκείνα, καίτοι απεδήμουν σωματικώς.» Στα μέρη αυτά επιστρέφω συνεχώς. Προσκυνητής.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ΕΛΚΟΜΕΝΟΣ.
ΒΡΑΔΥ της 11ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1990.

Μέσα στα σπήλαια του στήθους σου, στις πέτρινες καμμένες οροφές, πετούσες μαζί με τα κυνηγημένα αγριοπερίστερα, διψώντας το αταξικό γαλάζιο όταν, οι τα φαιά φορούντες, μην έχοντας, δήθεν, προσέξει τις γδαρμένες σου πατούσες πετροβολούσαν την ψυχή σου κι έκαναν το κορμί σου καναβάτσο.

Ύστερα είτανε κι οι πεθαμένοι, που σου ανάβανε την νύχτα το λυχνάρι εκεί, στο σιδερένιο του σανατορίου κρεββάτι ή στο κρύο της σκηνής κι έρχονταν με σπασμένα αγάλματα, με εικόνες Αγίων και των κρεμασμένων το σκοινί να σου ανοίξουν τόπο, να φανεί η Μητέρα, να σου πλύνει τις ουλές, στο φεγγάρι.

Τώρα γυρίζεις τα αδιανόητα μάτια στο πολύαστρο ταβάνι και μουρμουρίζεις σε άρρητη γλώσσα χάριτος, όλο το φως καθώς, διάφανη η Μητέρα, κατεβαίνει πάλι κι ο Ελκόμενος Χριστός,

της βάζει, στα χλωμά της χέρια, πασχαλιές τα ποιήματα που δεν θα γράφεις πια, γιατί θα ζεις, με τα ξερά δαφνόφυλλα του Κάλβου στρώμα. Πέφτει όλο το μαύρο που πολέμησες με την φωνή σου. Το γυαλί του χρόνου γίνεται καθρέφτης

Να βλέπουνε την γύμνια τους θανατερή, οι απόφοιτοι της Οξφόρδης και του Χάρβαρντ Φραγκοφορεμένοι σχολών φιλελλήνων- όσοι, όταν χρειάσθηκε να πας στο Στάλινγκραντ κουβαλώντας ψωμί και νερό στους στρατιώτες, αλυχτούσαν (Ακόμη αλυχτάν).

Πρόσφατα Άρθρα