Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΚΟΤΣΗ ΚΑΙ Η ΤΑΞΙΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Ο ναυτεργάτης που μπλόκαρε τα ελληνικά καράβια στην Αυστραλία

 

Συνέντευξη στον Σταύρο Χ. Μαρτίνο

Η οικογένειά του ξεκληρίστηκε λόγω φρονημάτων και δράσης… Ο ίδιος, όμως, δε συνεμορφώθη. Στην Ελλάδα ήταν αδύνατο να βρει δουλειά. Ξενιτεύτηκε. Έγινε ανθρακωρύχος στο Βέλγιο. Έμαθε ότι οι συνθήκες ήταν λιγότερο απάνθρωπες στην Αυστραλία. Στη μακρινή ήπειρο δεν κάθισε στα αυγά του… Οργανώθηκε στα συνδικάτα και έφτασε να είναι πρωτεργάτης στον αποκλεισμό ελληνικών πλοίων στα αυστραλέζικα λιμάνια, τότε που οι Έλληνες ναυτεργάτες εργάζονταν σε συνθήκες γαλέρας και αργότερα που οι συνταγματάρχες έκαναν το πραξικόπημα στη χώρα μας, αλλά και πιο μετά. Είναι ο 84χρονος Γιώργος Γκότσης από το Δώριο…

Τα λιμάνια της Αυστραλίας μέχρι πριν από 20 χρόνια ήταν ο φόβος και ο τρόμος για τους Έλληνες και όχι μόνο πλοιοκτήτες. Τα αυστραλέζικα σωματεία έδειχναν την εργατική τους αλληλεγγύη στην πράξη. Όταν μάθαιναν ότι σε κάποιο καράβι οι συνθήκες ήταν βάναυσες για τους ναυτεργάτες, το μπλόκαραν στα λιμάνια και το άφηναν να φύγει μόνο αν ικανοποιούνταν τα αιτήματα των ναυτών. Σε αυτά τα σωματεία οργανώθηκαν και Έλληνες μετανάστες, ανάμεσά τους ο Γιώργος Γκότσης, κομμουνιστής, παράδειγμα αγωνιστή, όπως βεβαιώνει η δράση του. Στη σημερινή Ελλάδα ο Γιώργος Γκότσης μπορεί και να χαρακτηριζόταν ως εχθρός της ανάπτυξης, ως συνυπεύθυνος για τους άνεργους νέους συναδέλφους του. Στην Αυστραλία, πάντως, τον τιμούν, το δε Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ έχει χρηματοδοτήσει τη συγγραφή της βιογραφίας του, ως ένας από τους πρωταγωνιστές του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας.
Το καλοκαίρι που ήρθε τον τίμησε στην Κυπαρισσία η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΚΚΕ.
Γεννήθηκε το 1930 στον Αετό και την ίδια χρονιά η οικογένειά του κατέβηκε στο Δώριο. Ο πατέρας του, Σταύρος (Γκρέκας), ήταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα, υπεύθυνος του ΕΑΜ και δολοφονήθηκε στις φυλακές της Κυπαρισσίας το Δεκέμβρη του ‘45. Ο αδελφός του, Πάνος, ήταν στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και σκοτώθηκε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις το ’49, στα βουνά της Αρκαδίας.
Ο Γιώργος Γκότσης έφυγε στην Αθήνα από το ’46, «για να γλιτώσω από τους διωγμούς. Μετά την απελευθέρωση μας κυνηγούσαν, μας έκαψαν το σπίτι. Ήθελα και να βρω δουλειά, αλλά για μας δεν υπήρχε δουλειά, δεν είχαμε κοινωνικά φρονήματα».
Έμαθε ότι στο Βέλγιο ζητούσαν εργάτες για τα ανθρακωρυχεία. Έκανε αίτηση, αλλά η Ασφάλεια στον Πειραιά τού είπε ότι πρέπει να πάρει χαρτί κοινωνικών φρονημάτων από το Δώριο, το οποίο βέβαια ποτέ δε θα του έδιναν.
Απευθύνθηκε σε ένα φίλο του δημοσιογράφο στο Πειραιά, ο οποίος τον βοήθησε. Πήγε στην Ασφάλεια ο δημοσιογράφος και τους είπε κυνικά ότι τους συμφέρει να φύγει στο Βέλγιο ο Γκότσης, αφενός, γιατί θα χάσει μια ψήφο η ΕΔΑ και, αφετέρου, επειδή στα ανθρακωρυχεία αυτής της χώρας οι συνθήκες ήταν τρομερά επικίνδυνες, σκοτώνονταν συνεχώς εργάτες και μπορεί κι εκείνος να είχε την ίδια μοίρα!
Ο δημοσιογράφος τα κατάφερε, ο Γιώργος Γκότσης έβγαλε το διαβατήριο και μετανάστευσε στο Βέλγιο, όπου έμεινε όμως τρία χρόνια. Όπως σημειώνει, «η δουλειά ήταν πολύ σκληρή, τα ανθρακωρυχεία ήταν πολύ βαθιά και είχαμε κάθε μέρα δυστυχήματα. Τον τρίτο χρόνο έμαθα ότι στην Αυστραλία ήταν καλύτερες οι δουλειές. Ενώ στο Βέλγιο δουλεύαμε 48 ώρες την εβδομάδα, στην Αυστραλία δούλευαν 40 ώρες και ειδικά στα ανθρακωρυχεία δούλευαν 35 ώρες. Οι εργάτες της Αυστραλίας είχαν κατακτήσει δικαιώματα».
Με το διαβατήριο που είχε ο Γιώργος Γκότσης γύρισε στην Ελλάδα και έφυγε για την Αυστραλία το Δεκέμβρη του ’60.

-Και στην Αυστραλία δουλέψατε στα ορυχεία;
Όχι, πήγα στα χυτήρια. -Ήταν πράγματι καλύτερες οι συνθήκες στην Αυστραλία; Εδώ στην Ελλάδα τάζανε στους μετανάστες λαγούς με πετραχήλια, ότι θα πάνε στην Αυστραλία και θα βρουν καλές δουλειές, καλά σπίτια. Όταν έφταναν, όμως, έβλεπαν την πραγματικότητα. Αντί για σπίτια έμπαιναν σε στρατόπεδα και τους έδιναν τις χειρότερες δουλειές. Έστελναν τους άντρες στα χυτήρια, στις γραμμές, στα αυτοκίνητα και τις γυναίκες στα μοδιστράδικα να στραβωθούν. Ειδικότερα τους Νοτιοευρωπαίους μάς έβαζαν στις πιο ανθυγιεινές και επικίνδυνες δουλειές. Και από πάνω υπήρχε ο ρατσισμός. Είχαμε και ξυλοδαρμούς σε πολλά εργοστάσια. Τότε όλα τα κόμματα, εκτός του κομμουνιστικού, ήταν υπέρ της λευκής πολιτικής. Μόνο το κομμουνιστικό κόμμα ήταν κατά του ρατσισμού.

-Τι κάνατε για να βελτιωθούν οι συνθήκες;
Όλη αυτή η πίεση και τα προβλήματα δημιούργησαν τη διάθεση στους Έλληνες εργάτες να ενωθούν και να παλέψουν. Οι εργάτες πλαισίωσαν τις οργανώσεις που είχαν δημιουργηθεί τότε στην Αυστραλία, την «Άτλας» στο Σίδνεϋ, τον «Δημόκριτο» στη Μελβούρνη, τον «Πλάτων» στη Αδελαΐδα, ενώ αργότερα δημιουργήθηκαν οργανώσεις και σε άλλες πολιτείες. Οι οργανώσεις αυτές, που ιδρύθηκαν από προοδευτικούς ανθρώπους και μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, διαφώτισαν τους εργάτες με προκηρύξεις και άλλες δράσεις, διοργάνωσαν μεγάλες συγκεντρώσεις ενάντια στο ρατσισμό και με αιτήματα καλύτερες δουλειές, στέγη και γλώσσα.
Όπως μας λέει ο Γιώργος Γκότσης, τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται σιγά σιγά, όσο οι εργάτες συνδικαλίζονταν και αγωνίζονταν.
Ο ίδιος στο χυτήριο όπου δούλευε είχε μπει στο στόχαστρο των διευθυντών και εργοδοτών, λόγω της δράσης του και αφού του άλλαζαν συνέχεια πόστο, στο τέλος τον απέλυσαν. Επιπλέον, το κράτος τρεις φορές απέρριψε την αίτηση πολιτογράφησης που είχε κάνει.
Στο τέλος του 1964 πήγε λιμενεργάτης στο Σίδνεϋ, ενώ ένα χρόνο μετά εκλέχτηκε οργανωτικός γραμματέας της οργάνωσης «Άτλας». Στο λιμάνι του Σίδνεϋ ο Γιώργος Γκότσης έζησε τη συγκλονιστική εποχή της δράσης και της αλληλεγγύης των αυστραλέζικων σωματείων, δράση γραμμένη με χρυσά γράμματα στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.

-Όταν γίνατε λιμενεργάτης, τι κάνατε ως συνδικαλιστής;
Τα σωματεία μας με αγώνες είχαν κατακτήσει πολλά δικαιώματα. Μπορούσαμε, ως σωματεία, να κάνουμε ελέγχους στα καράβια, να κάνουμε πολιτική απεργία, να σαμποτάρουμε τα καράβια. Βασικός σκοπός των σωματείων μας ήταν η εκδήλωση αλληλεγγύης στους άλλους εργάτες που αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα. Τότε, λοιπόν, στο λιμάνι έρχονταν πολλά ελληνικά καράβια με πολλά προβλήματα. Δεν έδιναν στους ναυτεργάτες καλή διατροφή, το νερό είχε σκουριά, δεν τους πλήρωναν κανονικά, τα πλοία ήταν σαπιοκάραβα. Εκείνη την εποχή στην Ελλάδα είχαν διαλύσει την Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων και οι εφοπλιστές έκαναν ό,τι ήθελαν και κέρδιζαν τεράστια ποσά.

-Με ποιον τρόπο, δηλαδή, βοηθούσατε τους ναυτεργάτες σε αυτά τα σαπιοκάραβα, όπως είπατε;
Πηγαίναμε στα καράβια, μιλούσαμε με τους ναυτεργάτες, προωθούσαμε τα δίκαια αιτήματά τους και αν χρειαζόταν, μποϊκοτάραμε το πλοίο. Το μποϊκοτάρισμα των ελληνικών πλοίων είχε αρχίσει πριν πάω εγώ στο λιμάνι, όταν ήμουν ακόμη στα χαλυβουργεία, στο Πόρκεμπλ. Αυτό που κάναμε ήταν να μην αφήσουμε να φύγει το καράβι, εφόσον χρωστούσε χρήματα στους ναυτεργάτες ή αν δεν τους τάιζαν σωστά, αν δεν τους έδιναν καθαρό νερό, αν οι καμπίνες δεν ήταν κατάλληλες. Εμείς επιβάλλαμε να διορθωθούν αυτά τα πράγματα και τότε αφήναμε να φύγει το καράβι.

-Αυτό το κάνατε οι Έλληνες ή τα αυστραλέζικα σωματεία;
Το κάναμε με τα σωματεία μας. Τα αυστραλέζικα συνδικάτα, ιδιαίτερα τα ναυτεργατικά, έχουν παραδόσεις αλληλεγγύης. Είχαν αρχίσει την αλληλεγγύη τους προς την Ινδονησία, μετά τον πόλεμο που έκαναν οι Ολλανδοί. Μετά ήταν υπέρ του Βιετνάμ, όταν έκαναν τον πόλεμο οι Αμερικανοί. Ακολούθως δραστηριοποιήθηκαν δυναμικά για την Ελλάδα, επειδή είχαμε μπει κι εμείς οι Έλληνες στα σωματεία.

-Οι εφοπλιστές τι κάνανε τότε. Πώς δέχονταν αυτή την κατάσταση;
Είχαν πανικοβληθεί και προσπαθούσαν με όλα τα μέσα να μας σταματήσουν. Ερχόταν στο λιμάνι ακόμη και ο αρχιεπίσκοπος και προσπαθούσε να πιάσει τα συνδικάτα για να σταματήσουν το μποϊκοτάζ. Δεν του περνούσε όμως. Αντίθετα, τα συνδικάτα τού έλεγαν: «Καλά εσύ δεν ενδιαφέρεσαι για τους πιστούς, που τους εκμεταλλεύονται και τους δίνουν νερό με σκουριά;». Οι εφοπλιστές έδιναν και δωρεές στο Εργατικό Κόμμα της Αυστραλίας, που είχε την πλειοψηφία στα συνδικάτα, ώστε να επεμβαίνει στα δικά μας σωματεία, για να σταματάει το μποϊκοτάζ. Δεν ήταν εύκολο, όμως, για το Εργατικό Κόμμα να παρέμβει ευθέως, γιατί εκείνη την εποχή ήταν η Χούντα στην Ελλάδα κι εμείς μποϊκοτάραμε τα καράβια για πολιτικούς λόγους, με τους οποίους επισήμως συμφωνούσε αυτό το κόμμα.

-Στην περίοδο της Χούντας τι έκαναν τα σωματεία σας;
Από το 1967 πηγαίναμε αντιπροσωπείες στα ελληνικά καράβια και ζητούσαμε να στείλουν ψηφίσματα για να απελευθερωθούν οι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ελλάδα και για ελευθερία.
Κάποια στιγμή μπήκε παράνομα στην Ελλάδα ο Φαράκος και η δικτατορία τον έπιασε. Μετά έπιασαν και τον Καλούδη, που προερχόταν από τους ναυτεργάτες, ενώ μαθαίναμε ότι γίνονταν βασανιστήρια σε πολιτικούς κρατουμένους. Τότε αντιδικτατορικές επιτροπές Ελλήνων στη Γερμανία μάς έγραψαν, αν μπορούσαμε να σταματήσουμε επιβατηγά πλοία στην Αυστραλία, γιατί στην Ευρώπη ήταν πολύ δύσκολο να το κάνουν αυτό. Πήρα εγώ το γράμμα, το πήγα στο σωματείο, εξήγησα πόσο μεγάλη σημασία έχει να κάνουμε αυτό που μας ζήτησαν και αποφασίσαμε να αρχίσουμε το μποϊκοτάζ και στα επιβατηγά. Τότε έρχονταν στην Αυστραλία πέντε πλοία του Χανδρή, το «Αυστραλίς», το «Ελληνίς», το «Πατρίς», το «Βρετανίς» και το «Κουίν Φρειδερίκη», στα οποία κάναμε μποϊκοτάζ. Οι εφοπλιστές πανικοβλήθηκαν εντελώς. Ήρθε στην Αυστραλία ο ίδιος ο Χανδρής και συναντήθηκε με το γραμματέα του σωματείου. Μάθαμε, όμως, ότι συναντήθηκε και με ανθρώπους του Εργατικού Κόμματος, ενώ στη συνέχεια ενδιαφέρθηκε προσωπικά ο πρόεδρος του κόμματος, ο Χοκ, που αργότερα έγινε πρωθυπουργός για πολλά χρόνια. Ο Χοκ προσπάθησε να μας θέσει υπό έλεγχο, όμως δεν τα κατάφερε. Έβαλαν τότε κάποιον χαφιέ, που ήταν και μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και τον διώξαμε μετά, και τους ενημέρωσε ότι θα σταματούσαμε το «Πατρίς» και το «Αυστραλίς» που ερχόταν. Ο Χοκ πήρε τον πρόεδρο του σωματείου των ρυμουλκών να του πει να μην εμποδίσουμε τα καράβια. Εκείνος, όμως, θύμωσε και δεν τα άφησε καν να μπουν στο λιμάνι. Επιχειρήθηκε να βγάλουν τους επιβάτες με τις βάρκες, όμως έπιασε ένα ξαφνικό μπουρίνι και έγινε χαμός. Τα έγραψαν την άλλη μέρα και οι εφημερίδες και, τελικά, κερδισμένοι βγήκαμε εμείς, γιατί δόθηκε δημοσιότητα στον αγώνα ενάντια στη Χούντα στην Ελλάδα.
Την αλληλεγγύη μας, όμως, την εντείναμε ακόμη περισσότερο, όταν έπιασε η Χούντα τον Αμπαντιέλο, το 1973, τον οποίο όμως γνώριζαν σε όλο τον κόσμο από τη δράση του στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Έλληνες ναυτεργάτες εφοδίαζαν τα πολεμικά πλοία εν κινήσει. Τότε πνίγηκαν 3.500 ναυτεργάτες, όμως οι εφοπλιστές έκαναν μεγάλα πλούτη.
Τότε με τη φυλάκιση του Αμπαντιέλου οι εφοπλιστές τρομοκρατήθηκαν. Οι εγγλέζικες εφημερίδες έγραψαν ότι έκαναν παράσταση στη Χούντα να σταματήσει τα βασανιστήρια, γιατί έχαναν πολλά λεφτά στη Αυστραλία. Ήταν αλήθεια αυτό.

-Όταν έπεσε η Χούντα, τι έγινε;
Όταν ανατράπηκε η Χούντα είχαμε στο Σίδνεϋ και στο Νιούκαστλ 22 δεμένα πλοία. Θυμάμαι ότι μου τηλεφώνησε ο λιμενάρχης να μου πει τα νέα και με πλάγιο τρόπο να με ρωτήσει τι θα γινόταν. Εγώ του είπα αμέσως ότι δεν ξέρω αν απελευθερώθηκαν οι πολιτικοί κρατούμενοι, ούτε πότε θα γίνουν οι εκλογές, υπονοώντας ότι δεν πρέπει να περιμένει να αλλάξουν τα πράγματα. Ξέρεις τι έγινε τότε; Η τηλεόραση στην Αυστραλία έδειξε την αποφυλάκιση του Αμπαντιέλου και των άλλων πολιτικών κρατουμένων, για να αφήσουμε τα καράβια να φύγουν.
Οι αγώνες δεν τελείωσαν με την πτώση της Χούντας, συνεχίστηκαν μέχρι και τη δεκαετία του ’90 και ιδίως το ’80, στην πρώτη μεγάλη απεργία των Ελλήνων ναυτεργατών στα ποντοπόρα πλοία. Ωστόσο, οι συνθήκες άρχισαν να αλλάζουν, τα παλιά και επικίνδυνα πλοία αντικαταστάθηκαν από καινούργια, ενώ στα πληρώματα του πλοίου υπάρχουν πλέον εργάτες από πολλές διαφορετικές χώρες, με διαφορετική ή χωρίς καν ταξική συνείδηση.
Εν τω μεταξύ, χτυπήθηκαν και τα αυστραλιανά ναυτεργατικά συνδικάτα. Οι εταιρίες, όπως λέει ο Γιώργος Γκότσης, απέλυσαν χιλιάδες εργάτες και πήραν απεργοσπάστες να τους εκπαιδεύσουν στο Ντουμπάι, γιατί τα λιμάνια στην Αυστραλία είχαν αποκλειστεί και, μάλιστα, όχι μόνο από ναυτεργάτες, αλλά από πολλούς κλάδους εργαζομένων, σε μια ανταπόδοση της αλληλεγγύης που είχαν δεχτεί. Τότε, τα συνδικάτα απείλησαν ότι θα αποκλείσουν και τα λιμάνια στο Ντουμπάι, οπότε οι εταιρίες φοβήθηκαν και αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν. Σήμερα, τονίζει ο Γιώργος Γκότσης, «ο αγώνας συνεχίζεται. Το σύστημα είναι το ίδιο, η εκμετάλλευση και ο καπιταλισμός είναι πάντα ίδιοι και αν δεν παλέψεις, δε γίνεται τίποτα. Η αλληλεγγύη προς το ταξικό κίνημα είναι ο μόνος δρόμος για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση, για να έχει αξιοπρέπεια η πλειοψηφία του λαού».

Πρόσφατα Άρθρα