Ο Γιώργος Μαρκόπουλος συζητά με τον Δημήτρη Κοσμόπουλο

«Η ΜΝΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΜΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟ»

 

-Ξεκινάτε την ποιητική σας διαδρομή, με απολύτως διακριτό το προσωπικό στίγμα: οι λαϊκοί άνθρωποι, οι επαρχιακές πόλεις, οι φτωχές αθηναϊκές συνοικίες. Μιλήστε μας για την επίδραση όλων αυτών στην γραφή σας.

Γεννήθηκα, όπως γνωρίζετε, σε επαρχιακή πόλη, στη Μεσσήνη, και επιπλέον οι καταβολές μας εκπορεύονταν από τη λαϊκή τάξη. Ο πατέρας μου είχε κουρείο στο κέντρο της αγοράς και έτσι εγώ, ως μικρός του καταστήματος, ήλθα σ’ επαφή με κάθε είδους χαρακτήρες, κερδίζοντας πολλά. Το ίδιο συνέβη και όταν μεταναστεύσαμε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου του 1965, με τη βοήθεια και τη συνδρομή (υλική – συναισθηματική) του θείου μου, Στέφανου Μυτιληναίου (αδελφού του ηθοποιού Στέφανου Ληναίου), στον οποίο οφείλω σταθερή και αταλάντευτη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Εβίωσα και εδώ όλες τις συνήθειες των φτωχών ανθρώπων των προαστίων, αλλά και του κέντρου, και με συγκίνησε βαθύτατα η αστείρευτη δίψα τους για ζωή, συγκίνηση η οποία και επέδρασε, με όλη την τρυφερότητά της, σε ολόκληρο, θα έλεγα, το μέχρι τώρα έργο μου.

-Η οργή και το ορμητικό πνεύμα των πρώτων συλλογών σας, με τον καιρό, τυλίγονται ένα λεπτό αίσθημα θλίψεως και γαλήνης. Μπορούμε να μιλάμε για εσωτερίκευση του ποιητικού «υλικού»;

Και βέβαια μπορούμε να μιλάμε για εσωτερίκευση του ποιητικού υλικού. Αυτή η μεταστροφή ξεκίνησε, μοιραία, με την ενηλικίωση, η οποία μετέφερε τα πράγματα σε πιο καταλαγιασμένα και πιο ουσιαστικά, εσωτερικά τοπία. Αυτό το γεγονός ενώ το εντοπίζω να συντελείται σιγά σιγά, αργά αργά, από τη συλλογή μου «Οι πυροτεχνουργοί» (1979) και μετά.

-Ποιος είναι ο ρόλος της εντοπιότητας, της καταγωγής, στο έργο σας; Θυμάμαι το στίχο σας για «φοβερή πατρίδα…».

Η εντοπιότητα ή, πιο σωστά, τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ζωής μου, που έζησα στον τόπο που γεννήθηκα, με έχουν καθορίσει για πάντα. Και παρά το ότι κοινωνικώς και οικονομικώς τα πράγματα  ήσαν δύσκολα, κάτι το μαγικό εν τέλει έγινε μέσα μου, εξορκίζοντας όλα τα αρνητικά. Ένα μαγικό στοιχείο που, ακόμη και τώρα, αποτελεί την κινητήριο δύναμη της ύπαρξής μου. Όσο για το στίχο «φοβερή πατρίδα» που θυμηθήκατε, ο οποίος αποτελεί και τον τίτλο του ομώνυμου ποιήματος, δε σημαίνει τίποτε άλλο από το πικρό συναίσθημα κάποιου που, με την ευκαιρία ενός τραγικού συμβάντος (θάνατος της μητέρας), επέστρεψε ύστερα από δεκαετίες στη γενέθλια γη, έψαχνε κάτι (την αμεριμνησία της παιδικής ηλικίας προφανώς) και δεν το βρήκε, οπότε, συνειδητοποιώντας ότι αυτό έχει τελεσιδίκως χαθεί, αποχωρεί απογοητευμένος και ψυχικώς βαθύτατα πληγωμένος.

-Πώς θα ορίζατε τη σχέση σας με την ποιητική παράδοση;

Είμαι ευτυχής (χωρίς φυσικά να υποτιμώ όσα πολύτιμα μου προσέφεραν οι ξένοι), για το ότι όσα κέρδισα, τα κέρδισα από τους Έλληνες και μόνο από τους Έλληνες ποιητές. Από την εποχή του Ομήρου ακόμη, από τους αρχαίους λυρικούς και για να περάσουμε στους νεώτερους, από τον Σολωμό, περισσότερο από τον Κάλβο, από τους ενδιάμεσους ελάσσονες, από τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη και τους άλλους μεσοπολεμικούς, από τα λεοντάρια της γενιάς του τριάντα, από τους αξεπέραστους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (Σιδηρά πυροβολαρχία της ελληνικής ποιήσεως τους ονομάζω εγώ), από το βαθύτατα λυπημένο και σκληρότατα τραυματισμένο λόγο της σπουδαίας δεύτερης μεταπολεμικής, αλλά και από τη φαντασμαγορική πολυχρωμία της γενιάς μου.

-Με ποιους ποιητές συνομιλήσατε και συνομιλείτε εντονότερα;

Έχω την εύνοια από την τύχη μου, αυτή να με ωθεί ώστε να συνομιλώ με όποιον ποιητή από τον πλέον σημαντικό μέχρι τον πλέον ασήμαντο, από τον πιο μεγάλο όσο αφορά την ηλικία μέχρι τον πιο μικρό – μικρότερο και από μένα, όταν κάποιος στίχος τους με συγκινεί και έχω βγάλει δεκάδες, εκατοντάδες φορές πολύ καλά το «μεροκάματό» μου, όσο και αν κάποιος «βιαστικός» διαβάζοντας τα ποιήματά μου, θα πιστέψει ότι συνομιλώ μόνο με αυτούς που αναφέρονται ή, τέλος πάντων, φαίνονται.

-Η ποίηση μπορεί να είναι ή να δείχνει ένα αντίδοτο στο θάνατο;

Αντίδοτο προς το θάνατο, δυστυχώς δεν υπάρχει. Ως εκ τούτου, ούτε και η ποίηση έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει έτσι. Λειτουργεί, όμως, ως ένα μέσον που έρχεται για να μας καταπραΰνει, για να μας κάνει κάπως να ξεχάσουμε και πιο πολύ, με την τρυφερότητά της να μας παρηγορήσει.

-Πώς βλέπετε την εξέλιξη των ποιητικών πραγμάτων, μετά τη δική σας γενιά, τη γενιά του ’70, μέχρι και σήμερα;

Από τη γενιά του ’70 και μετά μέχρι και σήμερα, γράφεται σπουδαία ποίηση, και είναι να το χαίρεσαι αυτό το γεγονός, είναι να αντλείς δύναμη και να παίρνεις δύναμη ζωής. Παιδιά στην πλειοψηφία τους χαρισματικά, αγαπημένα, πολύ αγαπημένα παιδιά, που και αυτών οι αφετηρίες ξεκινούν ευτυχώς από την ελληνική παράδοση, κάτι που χρειάζεται πολύ η και σήμερα άκαρδα και σκληρά δοκιμαζόμενη πατρίδα μας.

-Ποιος είναι ο ρόλος της μνήμης στην ποίησή μας;

Η μνήμη είναι το βασικό μου «εργαλείο», είναι μέχρι σήμερα, καθότι ακόμη πολύ καθαρή και πολύ δυνατή, η μεγάλη προίκα μου. Άλλωστε «πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη μου/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα και όσοι με αγάπησαν», δεν αναφέρουν δύο χαρακτηριστικοί στίχοι από τον Κρυφό κυνηγό;

-Πιστεύετε ότι η ποίηση στην Ελλάδα σήμερα είναι «περιθωριακή» τέχνη για τους ολίγους; Πώς μπορεί να επιδράσει στο κοινωνικό παρόν;

Η ποίηση, όπως και όλες οι αληθινές τέχνες, είναι κάτι το πιο ιδιαίτερο, κάτι που έχει τους δικούς του κωδικούς, κάτι που απαιτεί τους δικούς του «κλειδάριθμους» και έτσι, όποιος ευτυχήσει να μυηθεί ή είναι προορισμένος να τα αποκρυπτογραφήσει όλα αυτά, θα κοινωνήσει μαζί της. Διαφορετικά, γιατί να μεμψιμοιρούμε, γιατί να μεμφόμεθα και γιατί να επιτιθέμεθα εναντίον της μεγάλης πλειοψηφίας, η οποία βρίσκει άλλους τρόπους, πιο προσβάσιμους, προκειμένου να συναντήσει την ομορφιά; Εγώ δε λυπάμαι όσους δεν έχουν σχέση με την ποίηση. Λυπούμαι μόνο (και φοβάμαι) τους αναίσθητους.

Όσο για το «πώς μπορεί να επιδράσει στο κοινωνικό παρόν», θα σας έλεγα: προσθέτοντας και αυτή το  αυθεντικό λιθαράκι της, στην προσπάθεια του ατόμου να γίνει καλύτερος και πιο δοτικός άνθρωπος.

 

ΜΙΚΡΟΣ ΣΕ ΚΟΥΡΕΙΟ

Μνήμη Κωστή Νικολάκη που το διέσωσε

 

Απ’ τα σταφύλια κλέβοντας ρώγες

γεύομαι σπιτική ευτυχία

τα πρωινά πηγαίνοντας τα ψώνια στο σπίτι.

Των γυναικών η καρδιά ύστερα,

οι άκαρπες νύχτες

το ψιλό μουστακάκι, το μαύρο μαλλί

και η ονειρεμένη ελιά.

Οι έρωτες του Αθανασίου Διάκου

με την αρχόντισσα Κρουστάλλω

και άλλα τινά ρομάντσα λαϊκά

τα μακρυά απογεύματα

που πελάτης κανείς δεν ερχόταν.

Το γυμνό ποδαράκι

η μαλθακότης της κάλτσας εσκέπασε

το όμορφο φρύδι, τα ζηλευτά χείλη

και τον ωραίο λαιμό.

Μικρός σε κουρείο

Μικρός αρχαίος μαρμαρογλύφτης

μικρή λυπημένη καρδιά

σπαταλημένο τετράφυλλο δάκρυ.

30 Αυγούστου 1077

 

-Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στη Μεσσήνη. Τελευταίο του βιβλίο: Ποιήματα 1968-2010 (Επιλογή), εκ. «Κέρδος» 2014.

Πρόσφατα Άρθρα